Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009
φυσώντας των σπονδύλων μου το φλάουτο
που με γενναία τη χάρη
σας αγάπησαν ή και σας αγαπάνε τόσο,
εικόνες σάμπως
φυλαγμένες καλά στης ψυχής μέσα το μαύρο σπήλαιο,
στην υγειά σας σαν κρασοπότηρο θα υψώσω
εδώ, μέσα στο θάμπος
το ατμηρό,
το ζεόν,
το κρανίο μου (ίδιο αμπάρι),
από ρίμες έχει πλέον
από καιρό πολύ
καργάρει.
συνέχεια σκέφτομαι συνέχεια, ώσπερ τέρας,
αν κάλλιο θα 'τανε για μένα να 'χα -λέει- το τέλος
που σου χαρίζει η ωραία τελεία μιανής σφαίρας...
-μιας τοσοδά βαθιάς τελείας,
μικρής μα και σωτήριας.
αυτήν την ώρα, ωστόσο, συγκροτώ εντός μου,
εδώ, να, εδώ μπροστά σας,
το άγριο μέλος
(όπου 'ν' ο εαυτός μου)
μιας συναυλίας
κατ΄ εξοχήν αποχαιρετιστήριας.
ω μνήμη, άμα θες να δώσεις λύση,
έλα, μάζωξές τες όλες απ' τα φόρα
και βάλ' τες με σειρά σωστή και τάξη
μες στου μυαλού σου το μέγα αουντιτόριο
όσες εγώ γυναίκες έχω αγαπήσει
από τα χρόνια τα παλιά έως τώρα
πολύ πιο πέρα και από το άνω όριο.
μετά,
τις κόγχες όλες πιάσε κέρνα
των ματιών τους
με γέλιο ιλαρό, πανίλαρο,
αντλημένο μεσ' από των σπλάχνων μου τη στέρνα.
και πιάσε ντύσε τη νύχτα με γάμους αρχαίους
που επήραν ξαφνικά των ομματιών τους
και φύγαν απ' των τελετών μου την αρένα.
με ηδονή θα κεραστούνε από μένα
τα κορμιά τους ολωνώνε ένα-ένα.
η νύχτα, σας βεβαιώ, ετούτη θα σας μείνει-
κι ως μέσα θα σας χαραχτεί βαθιά στη μνήμη.
σήμερα, βλέπετε,
-κι ακούσατε, ακούσατε!-
εδώ παίζω εγώ,
και μουσουργώ
(το άκρον άωτο!)
φυσώντας των σπονδύλων μου το φλάουτο.
φυσώντας των σπονδύλων μου το φλάουτο
πώς γίνεται -δεν γίνεται;!-
πώς γίνεται να κρύψεις ένα πτώμα;
πέτα μου, λοιπόν, στη μούρη
την τρομερή τη λέξη
που 'χες να μου πεις διαλέξει
από του λόγου τ' άλογο ανεμοδούρι.
μα γιατί δεν θες ν'ακούσεις
εκείνο 'κει που νυχθημερόν εβόα;
δεν ακούς στ' αλήθεια,
μα και δε ρωτάς
γιατί όλα σου μαζί τα νεύρα τα ήμερα
εν χορώ ουρλιάζουν σήμερα
κραδαίνοντας τον τηλεβόα;:
Ε π έ θ α ν ε ο έ ρ ω τ α ς! . . .
Ε π έ θ α ν ε ο έ ρ ω τ α ς! . . .
γι' άκου! γι' άκου!... γι' άκου 'δω πάλι!...
άκου κι απάντα μου, δίχως γινάτια
και δίχως τα λόγια σου το ψέμα να βάφει:
πώς να ξεφύγω μέσα από τούτο το χάλι;...
στην όψη σου, σα δίδυμοι σκαμμένοι τάφοι,
έχουν ανοίξει διάπλατα τα ωραία σου μάτια.
οι δύο τάφοι χαίνουνε από κάτω
χαίνουν, βαθαίνουνε, χάσαν τον πάτο.
απ' των ωρών το ικρίωμα κινδυνεύω να πέσω,
καθώς της ψυχής μου
(από των χαών απάνω τα χάη)
τεντώνω τέρμα τα τέλια, τα σύρματα
τις λέξεις θα 'βρω, και αθύρματα
θαν τις έχω, που θα 'χουν πάει
να χορέψουν και ν'ακροβατήσουν,
θαρρείς μου,
στο κενό,
ενώ,
εν ώρα προσευχής και συλλήσεως,
θα ορχούμαι κι εγώ
στα σιλό των στίχων -
ο ζονγκλαίρ των ήχων,
ο γκραν μαιτρ της ποιήσεως.
σημάδια πλήθος, παλαιά (δεν είναι δα αφανέρωτα)-
το ξέρω: ο χρόνος, ω, ναι, τόνε μασάει τον έρωτα...
η δε πλήξη έχει, εν τέλει, τόσα μα τόσα σημεία:
ολομπροστά μου ολοζώντανη θωρώ την ανία.
μα εγώ, ναι, εγώ εδώ τολμώ να σ' το ζητήσω:
νέον ξαναφέρε με στην καρδιά μου πίσω!
δίδαξε την ψυχή μου και πάλι -ααα!!!-
του κορμιού τη χαρά τη βαθιά, την αναγάλλια!
πέντε -το ξέρω- και πέντε ίσον δέκα:
πάντα την πληρώνεις μα πάντα τη γυναίκα.
αλλ' εμένα τι με νοιάζει; -τι θα μου στοιχίσει;
θα την ντύσω (και θα διώξω πόνους, λύπες),
όχι με τουαλέττα αγορασμένη στο Παρίσι,
μα με μιαν κρεασιόν ραμμένη με καπνού τολύπες.
θα σου ρίξω εσάρπα την αγάπη μου στους ώμους
σα άλλος του θεού απόστολος: παλιός, αρχαίος
θα περιμένω δε... θα περιμένω έως
να την δω να σου τυλίγει δυο χιλιάδες δρόμους.
αλλά και οι αιώνες,
του χρόνου πυλώνες,
σαν κι εμένα φακίρηδες,
όπως είδες,
διάδημα σου 'χουνε ράψει, υπέροχο σφόδρα,
κι έχουνε βάλει όλων μου των στίχων τις ίριδες
να φωτοκροτούν από μέσα αντί για φόδρα.
σαν τους ελέφαντες, τις μέρες τις παλιές,
που εχάρισαν στον Πύρρο τη νίκη,
έτσι κι εγώ, μεσ' απ' τη φρίκη,
με της μεγαλοφυίας μου τις μακριές δρασκελιές,
έκανα -και το 'κανα για το καλό σου-
έκανα κονιορτό, γη και σποδό το μυαλό σου.
σε νίκησα μεν, πλην κατήγαγα μια νίκη πύρρειο.
δεν είσαι δικιά μου -και μέγα ειν το μαρτύριο.
χάρου, χάρου,
που μου 'δωσες εν τέλει
χτύπημα Χάρου
και που μου 'μπηξες βέλη
καταφέρντοντάς μου το θανάσιμο χτύπημα.
τώρα από χάμω
ας σηκωθώ που 'μαι...
δεν έχω άλλο να κάμω
κι ούτε μένει άλλο να πούμε.
όση δύναμη έχω ποθώ να με βάλει
στο ποτάμι (δρομαίος!) να ορμήσω,
εκεί μ' ορμή να πα' να κουτουλήσω
των πλωτών υδάτων το κεφάλι!
μου πρόσφερες τότε τα χείλη-
υγρά, κι από τραχιάν φτιαγμένα ύλη.
σαν τ' άγγιξα μόλις,
μ' αγκίδεψαν τόσο,
που μου δωσαν να νιώσω
πως εφίλαγα πόλεις
πνιγμένες στ' αγκάθια,
ή σάμπως να φίλαγα με δύο χείλη μετανοίας,
μα με λειψή και μισερή συμπάθεια,
μοναστήρι πελεκημένο χίλια μέτρα
απάνω στη υπομονής την πέτρα
μετά περισσής -ναι, περισσής- μανίας.
έκρουσαν τη θύρα δυνατά, σχεδόν με μένος.
μπήκε μέσα... όρμησ' Ε κ ε ί ν ο ς
απ' τη χαρά των δρόμων ώσμε το μεδούλι ποτισμένος.
εγώ τότε, ίδιο κτήνος,
μ' ένα ουρλιαχτό στα δύο ξεσκισμένος
λέω:
''καλά,
θα φύγω σε λίγο... αμέσως.
καλώς έχει, εσύ μείνε
δικιά σου, άλλωστε, είναι.
ντύσ' την, αν θες, για να ΄σαι εν τάξει,
με ράκη της φαντασμαγορίας, με κουρέλια του κάλλους,
να πέσει, ω, να σκεπάσει το τρισάπαλο μετάξι
των δύο φτερών της τους υπερεύθραυστους υάλους!
μον' δώσε βάση
-σε προειδοποιώ στο ακέραιο,
γιατί το σίδερο κολλάει στη βράση:
κοίτα μην και, κολυμπώντας, σου το σκάει!
γι 'αυτό στο λαιμό της -γλυπτό λευκό και στέρεο
πέρνα με δυό χιλιάδες κόμπους λυγμού
των μαργαριταριών το περιδέραιο
σα να 'ναι πέτρα κι αγκωνάρι του πνιγμού!''
φυσώντας των σπονδύλων μου το φλάουτο
μέσα θε να κλειδωθώ, θ'αμπαρωθώ,
με μια κόλλα χαρί μονάχα εμπρός μου.
ω, μεσ' απ' τα δάκρυα ξεπετάξου, φως μου,
τρέξε, πείσμα λαβόν,
τρέξε όν
εσύ σπανιότατο, θρασύ,
τρέξε ξεκάθαρη μαγεία εσύ
των συλλαβών,
τρέξε των λέξεων.
είχα μόλις μπει σπίτι σου, και να το!,
το κακό ο νους μου πρόλαβε να βάνει.
σα να 'θελες κάποιο εκεί μαύρο μαντάτο
στη μεταξένια μπλούζα σου να κρύψεις αποκάτω,
και μυρουδιές πετάγαν όλο στον αέρα -από λιβάνι.
''ευτυχείς;'' σε ρώτησα, ιδών το θάμπος σου
μου απάντησες μ'ένα κρύο ''καμπόσο''.
τα κάγκελα του νου μου πρώτα σπάει
της ταραχής μου το συλλαλητήριο
κι έπειτα λαύρο απάνω μου χιμάει
του πυρετού μου τ'ολοπόρφυρο ντελίριο
που σκουριασμένον ολενέν με πυρπολεί
χορηγώντας μου απ' τη ζωή απολυτήριο.
Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009
χωρίς τίτλο, ρόδινος φόβος


ζω σ΄ένα βάθος μοχθηρίας και ψέματος
σ'έναν ταγγό πολτό
σ'ένα φαρμακερό λουλούδι
σκέψου την κούκλα και τα χαλασμένα μάτια της
το σκουριασμένο νόμισμα πίσω από το νερό
σκέψου τον θάνατο και την παλιά του αγάπη
όχι αυτή την άνοστη νωθρή κατάσταση που είναι ο νεκρός
και σ'εξαντλεί και πας
μιλώ για καθαρό χρυσάφι
για το σπιρούνι του καιρού
το ξέφρενο σκυλί του
το πύον στην καρδιά.
ζω σ'ένα βάθος που είμαι εγώ
σ'ένα πηχτό σκοτάδι ίσο
ζω μυστικά
Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009
οι προφήτες για το παρελθόν πεθαίνουν
της φωτιάς μου είναι ο πόλεμος
νερό γίνομαι όταν η αγάπη τη σκέψη του καπνού
,θολή στην άγνοια της αιτίας της, δεμένη άνοιξη τη στέφει
ως τον άχρονο θάνατο τη μνήμη του λόγου της φωτιάς μου φυλακίζει
ατόφια, σαν ύλη,
σε μια αστραπή πέτρες στις όχθες της
τα φτιάχνει
αρνούμαι να γίνω χώμα
και με παραπλανά σα γέλιο η έσχατη κρυψώνα μου
θέλω να πετάξω το τέλος της
και τώρα τα αστέρια να αγγίζουν την ψυχή των θυμήσεών μου
και να τις βάζω σαν λέξεις λευκές να σταχτίζουν
κάτω από τη γη
και τίποτα καινούργιο να μη λένε
μόνο το παλιό παραίτηση να φοράνε για δέρμα
και στη μεταμόρφωσή του
οι γέννες σκεπασμένες να κυοφορούν
και μια μορφή και μια εικόνα της ανυπαρξίας
Σάββατο, 07 Νοεμβρίου 2009
στο ίδιο λεπτό
ν' ακούω το θόρυβο του χρόνου
και να χτυπάει κάθε τόσο
-παρούσα-
μια ησυχία στο πλευρό μου
άμα πάψει να λυγίζει η ψυχή μου
θα λέω αλήθεια πως χαίρομαι
που δε κουράστηκα
τώρα την πελεκάω να σκληρύνει
κρατώντας μακριά και τις φωνές
μια μνήμη θα με ράβει κάθε τόσο
παιδική γκαζά που θα ρολάρει φουσκωμένη
στον λασπωμένο χωματόδρομο
να μπερδευτεί στα χαλιά
που ξεστρώνουν ξανά τα θεμέλια από τη γη
και θα την ψάχνω σ΄όλες τις βρόμικες παλάμες
μήπως λερωθεί κι η δική μου
αν αγγίξει
Παρασκευή, 06 Νοεμβρίου 2009
night comes on

Leonard Cohen NIGHT COMES ON
I went down to the place
Where I knew she lay waiting
Under the marble and the snow
I said, Mother I'm frightened
The thunder and the lightning
I'll never come through this alone
She said, I'll be with you
My shawl wrapped around you
My hand on your head when you go
And the night came on
It was very calm
I wanted the night to go on and on
But she said, Go back to the World
We were fighting in Egypt
When they signed this agreement......................................................vassily kandinsky weiches hart
That nobody else had to die
There was this terrible sound
And my father went down
With a terrible wound in his side
He said, Try to go on
Take my books, take my gun
Remember, my son, how they lied
And the night comes on
It's very calm
I'd like to pretend that my father was wrong
But you don't want to lie, not to the young
We were locked in this kitchen
I took to religion
And I wondered how long she would stay
I needed so much
To have nothing to touch
I've always been greedy that way
But my son and my daughter
Climbed out of the water
Crying, Papa, you promised to play
And they lead me away
To the great surprise
It's Papa, don't peek, Papa, cover your eyes
And they hide, they hide in the World
Now I look for her always
I'm lost in this calling
I'm tied to the threads of some prayer
Saying, When will she summon me
When will she come to me
What must I do to prepare
When she bends to my longing
Like a willow, like a fountain
She stands in the luminous air
And the night comes on
And it's very calm
I lie in her arms and says, When I'm gone
I'll be yours, yours for a song
Now the crickets are singing
The vesper bells ringing
The cat's curled asleep in his chair
I'll go down to Bill's Bar
I can make it that far
And I'll see if my friends are still there
Yes, and here's to the few
Who forgive what you do
And the fewer who don't even care
And the night comes on
It's very calm
I want to cross over, I want to go home
But she says, Go back, go back to the World
Πέμπτη, 05 Νοεμβρίου 2009
τι τραγούδι να σου πω

Τι τραγούδι να σου πω που να σε ξέρει
Να' ναι εκεί όταν γελάς κι όταν φοβάσαι
Να' ναι εκεί όταν μεθάς κι όταν λυπάσαι
Κι όταν κρύβεσαι στης μοναξιάς τα μέρη
Τι τραγούδι να σου πω
Εκεί που πας
Να μη μοιάζει με κανένα
Μα να μοιάζει μ' όλα όσα αγαπάς
Τι τραγούδι να σου πω, που να' χει αέρα
Σαν κι αυτά μες τις κασέτες που' χουν λιώσει
Γιατί πάτησαν το χρόνο, σ' έχουν νιώσει
Πήραν σήκωσαν το φως κι εδώ το φέραν
Τι τραγούδι να σου πω, χωρίς ουσία
Να το φτύνουν οι σοφοί κι οι μπερδεμένοι
Να γεννιέται στα ρηχά κι εκεί να μένει
Να μην έχει ούτε λάμψη, ούτε αξία...
Μα να φέγγει στη δική σου καταχνιά
......................................... Στίχοι: Παναγιώτης Κατσιμάνης
......................................... Μουσική: Δημήτρης Μητσοτάκης
Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009
φαντάσματα

όνειρο είναι που περπατάει στα περίπτερα δημοσιευμένο και είναι αυτό το όνειρο μάντης, χρονογράφος που αφήνει τα μελάνια των παπουτσιών του να ξεγελάνε τον ιχνηλάτη της παιδικής γης. κι όλα τα χώματά της έχουν στρώσει τα χαλιά τους -γκρι- πάνω από τις ιστορίες. ο μικρός που τα φυλάει προστατεύει το σκοτάδι, έπλεξε γόμα ασπρόμαυρη από κόκκινο νήμα και έσβηνε τις γραμμές που μαρτυρούσαν κάθε παιχνίδι από το 100 ως το 1. αρχή και αρχή και αρχή, πόθησε η γόμα του ν΄αφήσει μια γραμμή παρελθόν, λευκή την ήθελε, να κρύβει τα ονόματα όσων βρίσκει και αντί για λεμόνι να φωνάζει το όνομα που θα μαρτυρά τις κρυψώνες. κι έφτιαξε μια μνήμη και πάτησε σ' αυτή το ένα πόδι, έτοιμο να κινήσει, και τον δεξί κορμό -κι όλα- να κοιτά τον κύκλο πίσω απ' τον αυχένα. γλυκαίνεται στην κόντρα της αναμονής, γδέρνεται ελαφρά στο κρύο και στη ζέστη του τοίχου -μετρώντας- με την πλάτη γυρισμένη, τους ήλιους που θερμαίνουν τις κόρες του στο φως. και στη στριμωγμένη του αφή, φωνάζει το θηλυκό του γόνο κι αφήνει τη ματιά του μακριά, πέρα, ως τις φούχτες του.
Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009
θόρυβοι
δεμένα τ'απατηλά του χέρια
και μια ντροπή αγιάζει τα μάτια του
τη θλίψη δεν την ακουμπάει στο λαιμό καμιάς αγκαλιάς
ποιός τον θολώνει μες τη θύελλα
ποιό απ' το σώμα του κομμάτι θυμίζει απρόσκλητα αγγίγματα
τα δάχτυλα που σφίγγουν στης φόδρας την τρυφερότητα
του τραγουδούν παιδικά μέτρα
σκοντάφτουν οι φωνές στα σύννεφα
λευκοί χύνονται οι χοροί
κι ένα νήμα διπλώνει τα φτερά
να ξεχάσει η ψυχή
και ζεστό το αίμα ν'αγκαλιάσει τις πληγές
να γράψει η μνήμη
δεμένος στις ασημένιες κλωστές της
τα χέρια να του λύσει
σαν νέος να αγγίξει σαν πρόσφυγας ουρανός
κι ο θίασος ίδιος θα μοιάζει
Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009
μαντεία
η θηλυκή είσπραξη
αχλή και ομίχλη του ανέμου οι βιαστικές υπάρξεις
αναμένουν σάρκωμα για όσα οι αισθήσεις εξαΰλωσαν
σα σκέψη, πληγή, ήττα
στις θάλασσες που στο βυθό προσεύχονται
στην προστασία
κλειστές με τη ράχη ασπίδα στον ωκεανό
κλέφτρες της θύελλας του νερού
το βάρος του νικητής και κατακτητής
και η φωνή του φωτιά και λύσσα λεηλατεί
ασίγαστα νεκρόφορα δέρματα
κρατούν τον θάνατο ζωντανό
μέχρι την αστραπή
φυλάσσουν την ψυχή τους στην οθόνη της ψυχής
και σκιάχτρα φυλάνε τους προστάτες της
και ικετεύουν τον εργάτη που τιμωρεί την ενοχή
που εκείνος μεταποίησε
και στην ταραχή της ανάσας δεσμευμένη
χτυπά σπαρταρώντας σε πρόσωπα μνήμης
με πληγή και έχθρα ξεχασμένα σε ένα χρώμα και σε μια μυρωδιά
και η οργή τιτάνια σπατάλη
βαστάει την μίμηση και την πίστη
το σώμα έχει το σημάδι από χώμα
να στέκει ανάμεσα σαν ερινύα και σα μούσα και σα μοίρα
στης νύχτας την τροφή ρίζα
που στην αντοχή του λοιδορεί και καίει
το καθαρτήριο της ύπαρξης
η μια μορφή που στον καθρέφτη αντανακλάται το κενό της
εκεί που χωράει κι άλλος χρόνος
θεός που προσβάλλει τους θνητούς με τη θεραπεία
της ανέξοδης και απλήρωτης μοναξιάς
και πες να κερδίσει τη φωτιά
για να φλογίζεται ο αέρας που ερωτεύτηκε το αίμα της
κι αν ανάμεσα στα άστρα
κυλούσε απρόσεχτο το φως στη ματιά της γέννας μου
το στοιχειό που δραπετεύει των ονείρων
μου φτιάχνει κυνήγι και θήραμα εμένα
κι όλα στριμώχτηκαν κάτω από το λόγο
πώς να μη γδάρουν στριμωγμένος όχλος
τον ευφάνταστο τεχνίτη φάρυγγά μου;
θα ξεκινήσω μ'ένα βρόγχο
συνοδό θα μουρμουράω ένα ξόρκι
κι ένα δράμα
Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009
beat(en) generation
σώμα απλωμένο στην βρεγμένη άσφαλτο
παραλογίζεσαι στα φώτα τεθλασμένων πραγματοποιήσεων
γυμνοί αστράγαλοι κι ο άνεμος δεν σηκώνει τα ζωντανά φουστάνια
μ' ένα ραβδί που εξαγριώνει τα δάκρυα
μούλιασαν τα λεπτά της υφάσματα
δεν είσαι όπως σε φύσηξαν τα πνεύματα
δεν σου καρφώνω τις κινήσεις
ρίζες νεκρές με φρέσκο βλαστάρι
στραγγαλίζονται στη διασταύρωση της αντι-θεσης
λήθαργος
στα κύτταρα
στρέφει τα αναρριχώμενα
να κατακτήσουν την επιφάνεια
στο χώμα
πάνω από το άγγιγμα της αφάνειας
κάθε φορά να είμαι ένα ψέμα λιγότερο
από εκείνο που ζητάει επίμονα επιβεβαίωση
πάνω από την αναπνοή μου
Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009
σταθμοί
κάτι φλούδια σάπια μένουν πάνω σου
αν δεν σταθείς στην απόφασή σου
στένεψε στην καρδιά
το μανταλάκι που κρεμάω τα βήματα
είναι το κεφάλι μου βουτηγμένο στα στάχυα
συνήθισα να μυρίζω το κίτρινο
δεν βλέπω πόσο μεγάλο είναι το χωράφι
παρά μόνο αν ήταν άδειο
θα το περπατούσα για να συναντήσω τη θάλασσα
όλο σκοντάφτω σε ανθρώπους
μείνε
μαζί με την επιλογή σου απλωμένη
και να ποτίσουν οι ζάρες της τη μοναξιά μου
Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009
νότος
και θέλω τα σπαθιά να ξεκινούν
αμυχές μες το κενό
μόλις που το κοιτάζουν με διαίρεση
την ύλη του ζωντανεύω
μακριά στη ζωή του δορυφόρου
σκιά που γδύνεται
λεπτός ο κόσμος μου σπάει το μέτρο του
στον ήχο του χαρτιού που τσαλακώνεται
αυτό που τυλίγει σε σάβανο την αίσθηση
γυάλινη η μορφή της και κρυσταλλώνεται
να γδύσω τις ασημένιες μου ιδέες
και ν' ακουμπήσει η αφή μου
το κενό που συσσωρεύεται
κι εκεί που η ακοή
με μια γραμμή αίμα φυλάκισε τα μάτια μου
τόσο έπαιξε ο φόβος με την πρόσκληση
μια κίνηση,
που η απόσταση
σχημάτισε το σώμα μου στην άκρη της λεπίδας
να φτάσω υπήρξα βέβηλος
να οι φιάλες στις σπονδές
χύνουν αισθήσεις
και να τα ιερά μου κύματα
να πιάσω της σπαθιάς την κίνηση
πάνω στους προσανατολισμούς του άυλου
το σώμα μου
κι ο άνεμος που με γεννάει τώρα σαν μανία
άλλοι χώροι για να περνάς τη σκέψη σου
νιώσε,
μήπως και χωρέσεις στη σχισμή που διώκεις
Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009
ντήλος βασίλης, σπασμένα νύχια

Όταν δούλευα στις οικοδομές
Τα φτερά των ονείρων μου
Παγιδεύονταν μέσα στα πυκνά,
Μέσα στα πράσινα σύννεφα του τσιμέντου
Μα εγώ δεν έκανα παράπονα.
Όταν δούλευα στα ξυλουργεία
Οι πνεύμονες των ονείρων μου
Γέμιζαν με παχιά σκόνη
Και έβηχαν τα όνειρά μου μέχρι λιποθυμίας
Μα εγώ δεν έκανα παράπονα.
Όταν δούλευα στα μαγειρεία
Δάκρυζαν τα μάτια των ονείρων μου
Από το στρατό των κρεμμυδιών και σκόρδων
Που έπρεπε να καθαρίσω
Μα εγώ δεν έκανα παράπονα.
Όταν…
Όταν…
Και τώρα που δουλεύω
Σε κάποιες υπόγειες αποθήκες μαναβικής
Που μοιάζουν σαν υποβρύχια.
Όχι, δεν κάνω παράπονα για τα όνειρά μου
Απλώς, δεν μπορώ
Δεν αντέχω
Να χαϊδέψω την Αγάπη μου
Με σπασμένα νύχια.
Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009
στην οδο ραγκλαν, καβανα πατρικ
νοτισμενο δειλινο του απριλη
κι όπως τ' άκουγα, ήταν σα να είχαν περάσει εκατό χρόνια
κι είχα πεθάνει, και σαν να τ' άκουγε κάποιος άλλος.
ομως χάρηκα
που για κείνον τον άλλον, είχα ηχογραφήσει τη μελαγχολία.
Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009
Τετάρτη, 08 Ιουλίου 2009
φονισσες
στο όνομα του μύθου που γεννιέσαι
μ' αντίτιμο τον χρόνο σου
κι αντάλλαγμα να γίνεις φόβος
νωρίς σου χαρίζουν τον χρησμό
πολύ αργά γνωρίζεις
το πρώτο του όνομα
φυλαχτό της αθωότητας
πολύ αργά το δεύτερο
αθωότητα κι αθώο
να πιστεύεις πως μπορείς
αρχίζει ο έρωτας με τους ήχους στον αέρα
φυλακισμένη φαντασία
χτύπα στα σώματα της μυρωδιάς
στα αίτια της μουσικής
δεν ακούς κραυγές και θραύσματα
δεν ποθείς τους κρίκους που διαβάζουν το χρόνο
αφού φοβάσαι να σκοτώσεις
φοβάσαι και να ταξιδέψεις
πάρε όλα τ' αγγίγματα του ουρανού
σαν όπλο και σαν έλξη
αν νιώσεις θα' ναι κι ο θάνατος κοντά
Κυριακή, 05 Ιουλίου 2009
μπορα
είμαι πολύ κουρασμένη και καθώς η μπόρα κάνει θόρυβο και το νερό κυριαρχεί στον αέρα, η απόλυτη ακινησία των δένδρων, η μυρωδιά από το κρυμμένο χώμα, η στάση των σωμάτων, μοιάζει με κοιμητήριο, παρούσα σε μια τελετή στάσης, στον θάνατο κι άλλης θρησκείας, μιας και το νερό στον ατμό της ασφάλτου, σαν άλλος αλχημιστής λιώνει τα πνεύματα που κατέχουν την αυθεντία.
Πέμπτη, 02 Ιουλίου 2009
Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009
ενας τροπος
αν αυτό την κάλπικη μιλιά μας
μπορεί να πεθάνει μ'ένα ψέμα
ο πόθος μαύρος πλανήτης
αφήνει τη σκιά του στα στήθη
μπουμπουκιάζουν τα κύτταρά μου
ανθισμένες άγριες μαργαρίτες
σαν νεκρό τον κερδίζει ο θάνατος
Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009
ψυχολογια συριανου συζυγου
Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009
μοναδα
για ένα ταξίδι ποιητών, άρθρο αρσενικού, στις άγκυρες βυθισμένο
Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009
τριανταφυλλα και στροφες
Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009
Ψυχάρης Γιάννης, Εκείνη Εκείνος
του Γιάννη Ψυχάρη (1854-1929)
Έμεινα μόνη ολομόναχη στην ακρογιαλιά, που αγιασμένη μού είναι αφότου ήρθες και την τίμησες. Το βήμα σου δεν έσβησε στην άμμο. Παντού το βήμα σου το βλέπω. Παντού ακούω τη φωνή σου, στον αέρα που παίζει με τα μαλλιά μου, στο κύμα που τα πόδια μου λούζει. Πες μου, θυμάσαι κάποτες τη μικρή σου; Τη μικρή σου που εσένα συλλογιέται παντοτινά; Τα λόγια σου της είναι ατέλειωτη κουβέντα, της είναι τα γράμματά σου βιβλίο. Αχ! της είναι η αγάπη σου ζωή. Γιατί εσένα λατρέβει, και στην ακρογιαλιά όπου την άφησες, μην τη φαντάζεσαι μόνη, όσο εσύ την αγαπάς.-
20 του Σταυρού, 1911
Περιοδικό Ο Νουμάς, τόμος 9, τεύχος 450 (1911), σ. 531.
του Γιάννη Ψυχάρη (1854-1929)
Κοιτάζω την ακρογιαλιά μου την έρημη και συλλογιούμαι τη δική σου, την ολοζώντανη. Πότε θα σμίξουμε ξανά; Όταν ήρθες, μου άγιασες εδώ τον ουρανό, τη θάλασσα και τη γίς. Τώρα πια δεν μπορώ να μείνω μόνος. Του κάκου γυρέβω να διω το βήμα σου στην άμμο, νακούσω τη φωνή στου στον αέρα που περνά ή στο κύμα που παίζει. Τη μικρή μου θέλω εγώ, τη μικρή μου ψυχή και σάρκα, που σάρκα και ψυχή τη λατρέβω. Θέλεις να σε συλλογιούμαι παντοτινά, δίχως να χαίρουμαι το πρόσωπό σου; Την κουβέντα σου διψώ, το βιβλίο της καρδιάς σου λαχταρώ να ξεφυλλίσω. Η αγάπη σου είναι η ζωή μου. Τη σιχάθηκα την ακρογιαλιά την έρημη όπου μ΄ αφίνεις. Θα πεταχτώ στη δική σου, αφού σ΄ αγαπώ.-
21 του Σταυρού, 1911
Περιοδικό Ο Νουμάς, τόμος 9, τεύχος 450 (1911), σ. 531.
Το υλικό είναι από την ιστοσελίδα www.sarantakos.com
Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009
ο χυτος μου εαυτος
το παιχνίδι εκείνο, που γέλαγε χαμηλόφωνα μονάχος,
και λίγο λίγο, σαν δίνες στον αέρα, έδινε τις συναντήσεις του χώρου του
στα μάτια που τον ψάχνανε όπου αναπνέανε οι τοίχοι,
όλα τα μάτια μέχρι τώρα τις συναντήσεις των ανθρώπων τους γελάνε
και μαθαίνουν να τρεμοπαίζουν λίγο για να προδοθούν
να λήξει εκείνο το παιχνίδι
που αν καλά κρυφτεί
αν τον ψίθυρο του σώματός του δεν δυναμώσει
αγωνιά πως θα νικήσει πάλι,
με το στέγνωμα του φόβου στα χείλη,
τον μόνο, κρυμμένο,
μαρτυρούσε ο χυτός μου εαυτός
Σάββατο, 16 Μαΐου 2009
αγγελικη

φυλλωσιά κυματίζει σφιχτοδεμένη πάνω στα χωνεμένα κλαριά,
οι κρεμαστοί κήποι μιας αγγελικής
κι εκείνη κι όλα γύρω της
έχουν τις καμπύλες τους προς το βουνό,
και μια άναρχη ανάπτυξη
προσανατολισμένη στον άνεμο,
κοκκινίζει πλάι της το κενό,
σαν αποσταμένη απ’ τις ματιές
φτιάχνει τις σκιές της να γύρει,
ποιο φάντασμα να ταράζεται
στις μαύρες σπηλιές της;
καθώς ψάχνω τόπο ν’ ακουμπήσω
για τη νύχτα τη ψυχή μου,
η Έλξη, το φάντασμα κινεί τα πόδια μου
και το όνειρο της αιωρείται γύρω από τα βήματα,
και αναγνώρισα πως μετουσία ήταν το πλάγιασμα
ματιά αγγέλου χώριζε τα σώματα
κι ένας μαύρος ήχος
καθάριζε αργά, τινάζοντας τα φλόκια
της χρονισμένης σκεπασιάς, μια κίτρινη σκηνή,
κι αν έσπασε ο καιρός
σ’ένα αψήφισμα που αγκύλωσε ο καρπός το άγγιγμα σαν φάντασμά σου,
πια μέχρι τα γεράματα
αθώα
Τρίτη, 05 Μαΐου 2009
''...βιοι απων...''
ζεύουν τα βένθη εικονική ειρωνία
να θέλγεται ο θάνατος από τα όνειρα της φαντασίας
Κυριακή, 03 Μαΐου 2009
ανησυχια
κουμπώνεις μάταια τη θέρμη
εκεί που αγκαλιά ζεις με τη θηλιά
να που ανθίζεις στις γέννες της αναμονής
το λουλούδι της άκληρης ελπίδας
χάνουν τη ζωή τους τα χέρια
σπάζουν οι παλάμες ξεχασμένες να κοιτάν τον ουρανό
και το δέρμα αμίλητο
διπλώθηκε με τα γράμματα κρυμμένα στις βορινές του πόρτες
όλες οι επιστολές αγγίζουν κενές φωνές
μαστιγωμένες απαντήσεις
στην
αθέλητη κίνηση της παιδικής παλάμης
να πνίγει στη σύλληψη τα δάχτυλά της
και φτιάχνουν οι ήχοι κόμπους και ακόρντα
μακραίνοντας σε απόγειες μελωδίες
τη θλίψη μιας φωτεινής ματαιότητας
κρύψου
γύρισαν οι θεοί
και τους χρωστάς χαμόγελα
Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009
Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009
αναπνοη
στη δίνη της
όλα τα ψέματά μου
μια αλήθεια ξένη πλημμύρισε η αφή της
σαν μυθική αναπνοή η γύμνια της με ακουμπά
Σάββατο, 25 Απριλίου 2009
αισθησεις που ονειρευονται
και στον ύπνο σου δανείστηκες
άτοκη από αισθήσεις την αναπνοή σου
αφού ο ύπνος μου νεκρός σε συναντά
είναι η ζωή σου της αίσθησης η έκθλιψη
όνειρο, μοιάζεις να μέθησες τη σταύρωση
και να
ασύλητα είμαστε σώματα τέχνης
Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009
...ορκιζεται μελαγχολικα η ψυχη μου...
Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009
μολις θα φεξει ο ανεμος
θα φύγουμε
δίχως φωνές και θόρυβο
δίχως τραγούδια ανιαρά
με μόνη μια μονάκριβη αγάπη
για κάτι ήλιους που θα μας θυμούνται
για κάτι όνειρα που δεν σαπίζουν
και μολαταύτα αμέριμνοι
θα περπατάμε
Τετάρτη, 22 Απριλίου 2009
κυματίζω
κυματίζω ριζωμένη
πλάι και μέσα στου ανέμου τις αιτίες
θα ταξιδέψω
θα με λύσετε πριν σκιστώ
του ήλιου δεν έκρινα τη μουσική
άφαντη
στου δειλινού την αίσθηση
που θρυμματίστηκα
θα ταξιδέψω
με το κοντάρι μου
ριγμένο στη καρδιά
ενός φόβου
Τρίτη, 21 Απριλίου 2009
σαρανταρης γιωργος
ορκίζεται μελαγχολικά η ψυχή μου
κι απάνω της κρέμεται αθέατος
λυπημένος σαν θάνατος
ο ουρανός
^^^^^^^^^^^^^^^^^^
το βλέμμα σου δεν έδυσε
θα πάω στον ήλιο να το δω που φέγγει
θα πάω στα μάτια σου να κελαηδήσω
δεν θα μιλάς δεν θα μιλάς ποτέ σου
θα σε φιλώ και θα φιλάς τον ήλιο
δεν θα με μέλει αν δεν φιλάς εμένα
θα σε φιλώ και θα πετάς στον ήλιο
θα σ'αγαπώ και θα σε βλέπω εντός μου
σαν να μην έχεις πια να κελαηδήσεις
σαν να μην έχεις πια φωνή σου μέσα
σαν να μην έχεις πια το πρόσωπό σου
κι όμως να τρέχεις με το πρόσωπό μου
με τη φωνή μου να σηκώνεις χώμα
στον ήλιο να το ρίχνεις τραγουδώντας
Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009
ισως θυμα
ο θεος θελει
μια λιμνη απο δακρυα να υπαρχει
σαν εξω απ΄το χρονο,
αλλα ορατη περαν της ψυχης'
του ανθρωπου θεαμα και καθρεφτης
αναμεσα σε δυο υπνους
που με παρεκάλεσε να την πάρω μαζί μου.
-πού; της είπα.
-μη σε νοιάζει, μου απάντησε.
βάλε με στην τσέπη σου, και με κοιτάζεις ύστερα,
όταν πάψει ο ύπνος.
η βροχή, ο πόλεμος θα περάσουν.
η αυγή θα μας συναντήσει ξύπνιους.
τότε θα κάτσω κάτω από το στόμα σου,
όπως κάτω από μια βρύση.
Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009
ερωτικος χορος
λίγες βροχές και λίγα περιστέρια
δρόμοι του έρωτα ξανθοί της τύχης βλέμματα
φωλιές όπου κανείς γεννιέται συνεχώς
είναι η ζωή που γδύνεται
και τρέφει τα όνειρα σειρά;
είναι ένα πουλί που τραγουδά
ακουμπώντας τη φωνή του στα νερά του φεγγαριού;
είναι η αυγή που αγάπησε
κάτι σαν το κορίτσι που δεν γεννήθηκε ποτέ;
ποιος είν’ τρελός απ’ έρωτα ας κάνει λάκκους στην αυγή
να πάμε εκεί να πιούμε τη βροχή.
έτσι ανασαίνει η ζωή και σκορπίζει έγνοιες
αγκαλιάζοντας σφιχτά κάθε της ρέμβη.
να σου φυλάξω υποσχέθηκα τη θάλασσα
κι ένα φόρεμα μαβί σαν το βουνό
να σου γράφω στίχους στον ουρανό
για να μην ξέρω πια τι με κρατά και δεν σε φιλώ
γιατί είσαι γυναίκα που κοντά της γεννιέται η άνοιξη
και γίνεται ο τόπος μου σαν τα ζουμπούλια στα χέρια της πρώτης νιότης
είναι οι μέρες τότες περισσότερο ξανθές
κι απ’ τα μαλλιά μιας κόρης που σπρώχνει τον άνεμο
σε μια άσπιλη αρυτίδωτη λαλιά.
Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009
δωδεκατη νυχτα
συνέχεια να παίζετε.
δώστε μου υπερβολή, ώστε απ' τον κορεσμό,
η όρεξή μου να αρρωστήσει, κι έτσι να πεθάνει.
τη φράση αυτή ξανά, είχε ένα σβήσιμο θανάτου:
ω, ήθρε στ'αυτί μου σαν τον γλυκό τον ήχο
που ανασαίνει επάνω σε ένα λόφο με βιολέτες,
άρωμα κλέβοντας και δίνοντας. φτάνει, αρκετά,
δεν είναι πια τόσο γλυκό όσο πριν.
ω, πνεύμα του έρωτα! πόσο είσαι ανυπόμονο
κι αχόρταγο,
ώστε, παρόλη τη χωρητικότητά σου
τα δέχεσαι όλα σαν τη θάλασσα, ότι εκεί μέσα
πέσει,
όση ισχύ και μέγεθος κι αν έχει,
μειώνεται και χάνει την αξία του,
μέσα σε μια στιγμή.
τόσο είναι ο έρωτας γεμάτος με φαντασίας σχήματα,
ώστε κι ο ίδιος είναι εντελώς φανταστικός.
Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009
και ο χρονος σαρκωμενος στο δισκο
να έρθω πάλι πορθητής της άκαρπης επανάληψης
τα μάτια του κύκλου βιώνουν τον έρωτα
αυτόν που μ’έβαλε στη μέση του
να καθρεφτίζω το κέντρο της δίνης
σ’έναν αιώνιο δρασκελισμό
στο σημείο που αγγίζει ο δείκτης σου
φτωχά από όνειρα,
αδεια από γνώση,
χείλη του μυαλού μου, χαμογελά
είναι ο χρόνος ο τόπος που λιμνάζω
το νούφαρο που χρωματίζει των ποδιών σου το λύγισμα
μια ανάσα να πάρω να εκπνεύσω της μορφής σου το γλυπτό
το ξεθώριασμα να κυνηγώ
στον άνεμο
Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009
arthur rimbaud, εκλαμψεις
αγκάλιασα την καλοκαιρινή αυγή
τίποτε δε σάλευε ακόμα στην πρόσοψη των παλατιών
το νερό ήταν νεκρό
οι καταυλισμοί από τους ίσκιους δεν εγκατέλειπαν το δρόμο του δάσους
περπάτησα, ξυπνώντας τις ζωηρές και χλιαρές ανάσες,
και τα πετράδια κοίταξαν,
και τα φτερά σηκώθηκαν αθόρυβα.
το πρώτο εγχείρημα στάθηκε,
μέσα στο μονοπάτι ήδη γεμάτο από φρέσκες και χλωμές λάμψεις,
ένα άνθος που μου είπε τ’ όνομά του
γέλασα με τη ξανθιά υδατόπτωση που ξεμαλλιάστηκε μέσα από τα έλατα:
στην ασημωμένη κορφή αναγνώρισα τη θεά
τότε σήκωσα ένα-ένα τα πέπλα
στην αλέα κουνώντας τα χέρια
μέσα από την πεδιάδα, όπου την κατήγγειλα στον πετεινό
στη μεγαλούπολη ξέφευγε ανάμεσα από τα καμπαναριά και τους τρούλους,
και τρέχοντας σαν ένας ζητιάνος πάνω στις μαρμάρινες προκυμαίες,
την κυνηγούσα.
στα ψηλά του δρόμου, κοντά σ’ένα δάσος από δάφνες,
την περικύκλωσα με τα μαζεμένα της πέπλα,
και αισθάνθηκα λίγο το απέραντο σώμα της.
η αυγή και το παιδί έπεσαν στα χαμηλά του μικρού δάσους.
στο ξύπνημα ήταν μεσημέρι.
μυστικο
πάνω σην κλίση της κατωφέρειας
οι άγγελοι γυρίζουν τα μάλλινα φορέματά τους
μέσα στις βοσκές από ατσάλι και σμαράγδι
λιβάδια από φλόγες αναπηδούν μέχρι την κορυφή του λόφου
αριστερά το κοπρόχωμα της διαχωριστικής γραμμής ποδοπατείται απ’ όλους
τους ανθρωποκτόνους και απ’ όλες τις μάχες,
και όλοι οι καταστρεπτικοί θόρυβοι αυξομειώνουν την καμπύλη τους
πίσω από τη διαχωριστική γραμμή της δεξιάς πλευράς
η γραμμή της ανατολής, της προόδου
και ενόσω η λουρίδα στα ψηλά του πίνακα σχηματίζεται
από τη στρεφόμενη και πηδηχτή χλαλοή των κοχυλιών των θαλασσών
και των ανθρωπίνων νυχτών,
η ανθισμένη γλύκα των άστρων και του ουρανού
και του υπολοίπου
κατεβαίνει αντίκρυ στην πλαγιά,
σαν πανέρι
κολλητά στο πρόσωπό μας
και κάνει το βάραθρο ανθιστό και γαλάζιο εκεί κάτω
κινηση
η κίνηση κορδονιού στην απόκρημνη όχθη των πτώσεων του ποταμού
το βάραθρο με το ποδόστημα
η ταχύτητα της πλαγιαστής σκάλας
η πελώρια προσωρινή διάβαση του ρεύματος
οδηγούν μέσα από τ’ ανήκουστα φώτα
και τον χημικό νεωτερισμό
τους ταξιδιώτες κυκλωμένους από τους στροβίλους της κοιλάδας
και του σφοδρού ρεύματος
αυτοί είναι οι κατακτητές του κόσμου
γυρεύοντας την προσωπική χημική περιουσία
τα αθλήματα και οι ανέσεις ταξιδεύουν μαζί τους
οδηγούν την εκπαίδευση
των φυλών, των τάξεων και των ζώων πάνω σ’αυτό το καράβι
ανάπαυση και ίλιγγος
στο κατακλυσμιαίο φως,
στα τρομερά βράδια της μελέτης
διότι από την κουβέντα ανάμεσα στις μηχανές,
το αίμα,
τα λουλούδια,
τη φωτιά,
τα κοσμήματα
από τα τρανταζόμενα οφέλη
σ’αυτό το κατάστρωμα δραπέτη
-βλέπει κανείς, να κυλάει σαν ένα πρόχωμα
πέρα από τον υδραυλικό κινητήριο δρόμο,
τερατώδες, φωτιζόμενο ατέλειωτα,
-το απόθεμά τους από μελέτες
αυτοί κυνηγημένοι μέσα στην αρμονική έκσταση
και τον ηρωισμό της ανακάλυψης
στα ατμοσφαιρικά ατυχήματα τα πιο εκπληκτικά,
ένα ζευγάρι νέων,
απομονώνεται πάνω στην κιβωτό,
-είναι παλιά αγριότητα που συγχωρούν οι άλλοι;
και τραγουδά και πιάνει πόστο
Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009
'η σκόνη του χρόνου'
δίπλα τους περπατάω με τα χέρια στις τσέπες και οι σκηνές ρίχνουν δοκάρια, προσεκτικά, για να υποκριθεί η ύλη των χρωμάτων και η επανάληψη της γαλήνης.
παλιά πινελιά στον πίνακα του σκηνοθέτη, με πολλές πινελιές καλυμμένη από τα χρώματα μιας δεύτερης έμπνευσης, που φουσκώνει εκεί που ανασαίνω.
παλιές φωτογραφίες γεμάτες από την πενία των οικοδομημάτων, την ακολουθία του ασπρόμαυρου, την οριζόντια κενότητα της πλαγιάς, την καθαρότητα του ουρανού, ακάλυπτο, ανυπεράσπιστα δυναμωμένο σε αφύλακτες αλήθειες, προβάλει στον λαιμό, στα χέρια, στα μαλλιά, στα μάτια, κρυμμένο στις πτυχές λιγοτριμμένων λινών, το ανθρώπινο, νικητής, στη γοητεία φθαρτής αλήθειας στο χρόνο.
το ρολόι ζαρώνει, δεν πετώ κύτταρα αλλά σκορπώ λεπτά.
κρυμμένη κάτω από τα χρώματα αγωνιούσα να θαμπωθώ από τον ανθρώπινο δείκτη που μετρούσε με φόνους τα σημεία ταφής των δεδομένων.
έτσι ήθελα να τα ζήσω και κρύφτηκα σε μια κόκκινη καρέκλα, αγκαλιάζοντας τα πόδια στην κοιλιά, σε μια στάση βρεφική, πρόθεση να βρω τη μήτρα της άκρης.
η σκόνη στην αναζήτηση ξόδεψε την αγωνία.
Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009
η σκεψη του χρονου
αφήνουν εκδορές, αίμα και μπλε άλγη
οι χειροπέδες των συνόρων,
πόσο στις κλειδωνιές της μπάρας
τα χώματα αλλάζουν;
αφήνουν το σώμα ν’ απορεί, με τις κνήμες ταραγμένες
πετρώματα, διαμάντια και αμέθυστος
συνθλίβουν απ’ το βάρος τον κορμό
πληγές τα ορυχεία,
παλάμες αρπαγής των σπλάγχνων μιας βραχύβιας πνοής,
πόσο να ασφαλίσω το γκρέμισμα της συνοχής
της σκέψης που πλανάται με ξένους πνεύμονες
τα βράγχια του μεφιστοφελή της γης.
πόσο χρόνο να πετάξει από μέσα μου η κραυγή;
ποιον σταθμό; ποιάς απουσίας θορυβούν οι έλξεις
το ένστικτο ποιάς επαφής;
όταν ο κρότος των χεριών μου
πάλλει τη σιδερένια φράξια,
να μου ανοίξουν την πόρτα
οι άστεγοι του χρόνου των απόντων,
μη ξεγελιέσαι έχουμε κιόλας γεράσει
μεταφορείς, ισοζύγια μιας ταύτισης στον χρόνο μας
μιας σκέψης
απουσία στα σκασίματα βυζαντινής αγιογραφίας
να τι αιώνιο σου ζητώ,
την πληρότητα της έλλειψης της συνοχής
στο πνεύμα που η κεροδοσιά προβάρει
κάτι λάμψεις γραμμικής ροής,
πως δεν σηκώνεις το χέρι σου μπροστά στον έρωτα
σαν σύνορο
παρά του ξεκουμπώνεις το μπούστο της μορφής
να τι αιώνιο σου ζητώ
την μεταβίβαση της κίνησης στο χρόνο του λεπτού
θέλω τα μάτια σου
να βλέπω τις συνάψει
τ’ ουρανού, των σύννεφων, του χιονιού την επιμονή
να καλύπτει ατάραχο τις γραμμές εκείνης της μικρής χοϊκής ανταμοιβής
να σκεπάζει με λευκή υπεροχή το φέρετρο της ταυτότητας
του φόβου την ελεύθερη διέλευση
στον τόπο των κλειδωμένων εαυτών
να τι αιώνιο σου ζητώ
την αδύναμη στιγμή που κι ένα μικρός θάνατος πεθαίνει να φιλήσει
μη ξεγελιέσαι
όπως δύσκολα η καρέκλα περπάτησε προς τα πίσω
ακούστηκε ένας γέρος να κάθισε δίπλα μας
τα γραμματα
είχε μέρες πολλές που γίνανε μήνες και χρόνια διαβάζοντας τόμους βιβλίων, από μια τάση που είχε εκ γενετής να κοιτάζει το κεφάλι προς το στήθος.
είχαν βολευτεί οι τόμοι οριζόντια στο θώρακα και φόρτωνε- φόρτωνε διάβασμα, κύρτωσε από το βάρος τους.είχε τα χέρια πάντα σταυρωμένα στην καρδιά, να στηρίζει τα ράφια της ροπής του.
στα επόμενα τριάντα εννιά βήματα θα ξεκουραζόταν στον πέτρινο περίβολο, αριστερά στη συκιά.
κάθισε κι ήρθε το μέτωπο παράλληλα στη γη, σα σύννεφο που σκιάζει τη δική μας μεριά γης, εκείνες τις ημέρες που βρέχουνε τα μάτια όλες τις αιτίες της βαρύτητας.
δεν ήξερε πως έκλαιγε, γιατί είχε ανοίξει στη σελίδα είκοσι εννέα το βιβλίο με τα σύμβολα και πάσχιζε κάθε τόσο να ξεμπερδεύει τις σελίδες του από την παρουσία της 8ης πλευράς, που από μόνη της μια μέρα ξεχώρισε από τις υπόλοιπες και δήλωσε στη λαβή του στέρνου πως την λένε σελιδοδείκτη.
πώς γύρισε το μάτι του στην έξω ζωή και είδε τα χαλικάκια –με τόσο βάρος- να περπατούν ακίνητα στη σταγόνα της θλίψης του. το χώμα από κάτω τους μαλάκωνε κι εκείνα έπεφταν στην καμπύλη της ζεστής του αγκαλιάς, νομίζοντας πως η θέρμη ήταν δικό τους δημιούργημα, κλέβοντας το θόρυβο του ουρανού τους, τον μέσα του σεισμό.
να ‘τα πάλι τα συμπτώματα της αναφυλαξίας, κάθε τόσο έβγαζε το δέρμα του σημάδια,
ένα ω στον ώμο,
ένα κ στο μπράτσο,έ
να μ στην παλάμη,
ένα ι στην κνήμη,
ένα φ στον μηρό,
ένα π στο μέτωπο
και μια τελεία, να εδώ! στη μύτη!
μύρισε το τριαντάφυλλο κι αφού ο αυχένας μαστίγωνε τους τένοντες στη γη, ζωγράφισε πάνω στην ίριδα τη μορφή του, το έφτιαξε από βελούδο, το έβαψε πορφυρό, του χάραξε πολλές γραμμές και έφτιαξε εύθραυστους φύλακες, να προστατεύουνε ότι οι τυφλοί βλέπουνε πως ζει σ’ εκείνο το κενό, ενώ τα μάτια ζητάνε από τα δάχτυλα να τους ρίξουν, για να κρεμάσουν στην άγνοια, στο τίποτα τα βλέφαρα και να προσπεράσουν το φυλαχτό.
τους ονόμασε πέταλα και συζητούσε με τους φύλακες για ώρες, για το σχήμα που αφήνει η μορφή των δημιουργών.
ζήτησε χώρο λοιπόν…
ρίχνανε τα ζάρια με έναν έφηβο θρήνο που του ψιθύριζε τους μικρούς χρόνους του τριαντάφυλλου και έτριβε τα φτερά της η νεράιδα κοντά στ’ αυτί του και μαρτύρησε το μυστικό της, πως μαγικό είναι το ραβδί της μόνο για εκείνους που δεν πρόσεξαν, πως την αυγή το τριαντάφυλλο ήταν μπουμπούκι και στο γύρισμα του ήλιου ένας τέλειος ανθός.
-τι κάνεις σήμερα;
τον ρώτησε ο δόκτωρ Απορία
-βαραίνω το βάρος μου, ψέλλισε κι ακούστηκε σαν ενοχή που χτύπησε στο χώμα
-θα σου δώσω μια συνταγή, άρχισε σήμερα να μικραίνεις την ποσότητα της αλφαβήτα. Ξεχώρισε τα φωνήεντα και κράτα μόνο δύο σύμφωνα.
το διάβασμα μπορεί να μην αλλάξει ποτέ την ψυχή σου, αν δεν αποθηκεύεις τον κάθε λόγο σε χώρο που να τον φροντίζεις και να τον επισκέπτεσαι.
διάβαζε ένα – ένα τα βιβλία, ξανά, έτσι φεύγουν οι σελίδες τους αργά και πότε ποτίζουν μέλι το στομάχι και πότε αγκαλιάζουν σαν πέταλα τους πνεύμονες και την καρδιά.
αποθήκευσέ τους με τέτοιο τρόπο που η θέση τους στο χώρο να δίνει σχήμα στο κενό τους κι εκεί να πάλλεται η φωνή τους.
και μη τρέχεις, μη στριμώχνεσαι με τη ροπή σου, πάρε το χρόνο και σκάλισε στις αποστάσεις του την εστία σου, μέχρι να την κάνεις πλανήτη χωρίς σύμπαν, του ονείρου σου ανυπαρξία, αναρχία του προορισμού στην τάξη των προσανατολισμών.μετά κέρδισε την άλλη απόσταση της άλλης σου εστίας’
θυμήσου πως τα βιβλία ‘μιλάνε’ μες το χρόνο…
το κέντρο χτίζεται από τα σημεία του κύκλου ΄
...συνάντησε τους δημιουργούς του,
συντρόφευε τα πέταλα της προστασίας’
...λένε πως τρέχεις μες το χρόνο,
βιαστικά προς το τέλος, αναζητώντας την αιωνιότητα στην τελειότητα…
έφυγε με τα γράμματα στο δέρμα του έντονα και πλάγια.
μέσα απ’ όλα τα σύμφωνα επέλεξε το π και σ΄ένα όνειρό του είδε πως περπατούσε κάθετα στην πλάγια πλευρά του, ταξίδευε στην οριζόντια, κάθετα στην άλλη πλάγια, χάνοντας και βρίσκοντας ορίζοντες αφού έχασε τη λέξη αδύνατο’ δεν είχε μέσα π και είχε χρόνο όσο κι ένα τριαντάφυλλο.
τις νύχτες μουρμούριζε και κλυδωνίζονταν στο σακουλάκι του μ και όταν το φεγγάρι χλόμιαζε τραβούσε την ουρά του μ και έφεγγε το λαμπάκι των αστεριών.
τα μεσημέρια την γύριζε γύρω στο σώμα του και ζέσταινε τα κύματα του ανέμου στους ίσκιους των ονείρων του.
έμαθε να μιλάει με τον χρόνο, τον άφηνε βουβό και μοναχό του, με τις ώρες προστάτευε, φρόντιζε, σκάλιζε ότι κλείνονταν στη θρέψη των δαχτύλων του, έκανε τα χέρια του στήθη του νου του και μια αρμονία βύζαινε τα αποστάγματα των χυμών τους.
ήρθε ο θώρακας και στήθηκε θελκτικός και παιχνιδιάρης, χαμογελάσανε τα μάτια του και κάθε τόσο έτρεχε από το μήλο του αδάμ νέκταρ, κάθε που αναζητούσε τη ζωή στα γήινα, απτά ακούσματα κι οράματα και έπλεκε μαζί τους το χώρο που χωράει όλα τα άπιαστα με το ίδιο επώνυμο – με το επώνυμο ποίημα
Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009
αστερόεις
μια προσευχή
-λύσε τη θρέψη
που περικλείουν τα χέρια σου
βοήθησέ με να χτίσω
τα χέρια σου εντός μου-
έπλεξε
τη σκέψη της γης
το κύτταρο που 'χει το χώμα
να πλασθεί
-ελπίζει-
πάλι
-να τριφτεί-
μετά το φόβο μπροστά στο διάσελο
που αγκαλιάζει
-στο έμπα των κλείθρων σου-
τη ύπαρξη που υποπτεύεσαι
.
Κυριακή, 08 Φεβρουαρίου 2009
στηριζεις με τις λεξεις τα μελη σου
έχω βρει στο άγγιγμα των πλευρών μου μια ακτή με βράχια, που στρογγυλεύουνε στο πέρας τους και λαξεύουν μια κοιλιά.
σαν ήρθε και στάθηκε από πάνω της, κλαίγανε νερό τα ακρολούκια και η πλευρά της προς τη θάλασσα ήταν πράσινη και γλυφή, υγρασία και κρύο και αγάπες με τις πολύχρωμες ομπρέλες τους, προστατεύουνε τους ουρανούς από τους κόκκους μιας χιλιάδας σταγόνας, με κύμα τους φόβους, που σπάνε κομμάτια κρύσταλλα στο θόρυβο του κύματος που σκάει στο κέλυφος των ονείρων.
και τα όνειρα φυλακή, ανάποδα και στριμωγμένα.
και έκαιγε και έκαιγε και γίνανε οι ακτές πιο άγριες και θερμές και κάθε που σκάει το κύμα, ατμοί θολώνουν το σώμα και μια θέρμη από το στέρνο, μπλέκει το κλάμα στη θάλασσα.
και τώρα στεγνά βράχια, μήτρες και γέννες, μια απλωσιά λευκής αρμύρας, τρόμος πρωινού από πρωτόγνωρο φως.
φωνές κρατημένες στα σεντόνια, το ‘να δεμένο με το άλλο, ένας πάνινος δρόμος προς τον ουρανό, καλούνε τις νεράιδες να χτίσουνε ναούς και άγγελοι φλερτάρουν τα γράμματα, σπόροι του μέλους μου, προς το κενό.
και έρχονται οι απαντήσεις, ταχυδρόμοι τα καλάθια που κουβαλάνε φωτιά και χρυσό.
πάρε πίσω τις λέξεις σου που έμαθες να στηρίζεις το ιδιόρρυθμο άκρο σου και λέγε όσα βλέπουν τα μάτια σου στις ασημένιες στοές, εκεί πίσω, στο άπειρο που γεννιούνται οι αντανακλάσεις του καθρέφτη όλων, άστο να παλεύει λαβωμένο σαν βέλος κρυμμένο σ’ένα γράμμα που στοχεύει το θάνατο μιας μνήμης δανεικής.
στηρίζεις με τις λέξεις τα μέλη σου.
τη νέα γλώσσα που μαθαίνεις νομίζω πως την είδα να γδέρνεται στους δρόμους, μ’ ένα λεξικό ν’ αναζητά τη λύσσα της αρπαγής, συνώνυμα το φως και ο θάνατος των δανείων, για να μου μεταφράσω
την αγάπη μου. και ξεχειλίζει ο όγκος απ’ το στέρνο μου
Σάββατο, 07 Φεβρουαρίου 2009
οδός νικήτα ράντου, νικόλας κάλας
Παρασκευή, 06 Φεβρουαρίου 2009
θα την έχανε


δεν έχει τίποτα άλλο μες τα μάτια του, κιγκλίδωσε τα μαύρα μαλλιά της, τα δάχτυλα που μαρτυρούσαν πως ήταν ζωντανή στο πέταγμα του φόβου.
έσκασε μια! η ρουφιάνα δίπλα του και ήρθανε τα βλέφαρα και τα ματόκλαδα να βαρύνουν απ’ το χώμα, πηλός στην πρώτη του μαγιά, με τους κόκκους άλιωτους, κρούστα στο πρώτο πέρασμα. δεν έκλεισε τα μάτια, τα δάκρυα κατάλαβαν τον πόνο και το τσούξιμο.
απ’ τις θολούρες του πιάστηκε κι εκείνη και θόλωσε το θέλω της, σηκώθηκε και κινήθηκε σαν στόχος, με το κόκκινο μαντό της, φορεμένο, στο άσπρο της το τσίτι, να φουσκώνει στη λαθεμένη της περπατησιά. τα πόδια γυμνά, γδαρμένα και τα κοκαλάκια στα γόνατα να λικνίζουν προς τα μέσα, φωνάζοντας το βάρος των νιάτων της.
την πρόλαβε, την τράβηξε από το χέρι και την κράτησε μαζί του στο λαγούμι της προδοσίας τους.
να ‘ ναι το πρόσωπό του πάνω απ’ το δικό της,
με το χνούδι απ’ τα γένια του, να ρουφάει –χωρίς σχήματα κι εκφράσεις- τα λυμένα δάκρυα,
και τα χέρια του να δένουν την έννοια στους καρπούς.
έπλεξε το πόδι του πάνω απ’ το δικό της και τ’ άλλο το δικό της στον αστράγαλο του αλλουνού, σα λυμένη πλεξούδα.
ν’ αλλάξει λίγο θέση,
να κινήσει σούρνοντας μόνο το ένα του το χέρι και λίγο τον ώμο του,
να στριμώξει, μια σταλιά, -ω ζωή μου-
χωρίς να την ξυπνήσει.
μια χαρακιά φως αρκούσε στους βολβούς της, αρκούσε για να δει απέναντι τα παιδικά παιχνίδια, βρόμικα στο χώμα.
το ένα χέρι της κούλας εδώ, στο σώμα της να εξέχει ένας πόρος για κεφάλι, δυο ποδαράκια χωρίς πέλματα κι ένα κορμί ολόκληρο, να κρατάει πάντα, ένα φορτηγό.
φοβήθηκε τον θάνατο.
ξανά.
την ξέπνοη χλομάδα, τα κίτρα μήλα, το γυαλισμένο μέτωπο.
γλίστρησε από την αγκαλιά του με τον τρόπο της γάτας, κορφώνοντας τη ραχοκοκαλιά.
τα πόδια μαντάλωσαν μονάχα και τα τράβηξε με θόρυβο.
μόνο τότε τον πόνεσε στο τέλος.
τόσο γρήγορα έφυγε, με το γύρισμα της σελίδας.
κοιτούσε πίσω -σαν έφευγε-το σώμα της, σαν να τον είδε όρθιο, με τα πόδια σε διάσταση, ρούζα τα μήλα, ζάρες να' τανε στο μέτωπο τα τόξα των φρυδιών, από το χαμόγελο στα μάτια, που κοίταε ψηλά, το θρόισμα του χαρτιού.
Δευτέρα, 02 Φεβρουαρίου 2009
τζων κητς,απο τις επτα ωδες, ωδη σ'ενα αηδονι
πλήθος χτυπούν και πίσω με καλούν βιαστικά στην πικρή μοναξιά μου.
αντίο λοιπόν! ούτε κι αυτή η φαντασία δεν μπορεί
ώρα πολλή να ξεγελάσει, κι ας λεν’ πως ειν μια απατηλή θεά
αντίο! αντίο! το θλιμμένο τραγούδι σου ολοένα χλωμιάζει,
περνά, πάνω απ’ τα κοντινά λιβάδια, πάνω απ’ τα ήμερα ποτάμια.
λίγο χαιδεύει τις πλαγιές των λόφων, κι έπειτα πάει
να πεθάνει, σ’ένα χαντάκι της αντικρινής κοιλάδας…
αλήθεια, ένα όραμα ήταν ή μες στο φως
ονειρευόμουν; σβήνει σιγά σιγά κι η μουσική. δεν ξέρω.
ξυπνητός είμαι τάχα ή βυθισμένος στον ύπνο;''
ολόκληρο το ποίημα
α, πώς πονά η καρδιά μου! και μια απόκοσμη ζάλη
τυραννά το κορμί μου, σα να ‘πια, πριν λίγο, φαρμάκι
ή λες κι έχω αδειάσει μια κούπα μ’αφιόνι,
κι άξαφνα μες στα δώματα της λήθης χάθηκα.
ώμως, στ’ αλήθεια, δεν είναι ζήλια για τη θεϊκή σου μοίρα.
χαρά είναι, χαρά για την αμέτρητη ευτυχία σου.
ω συ των δέντρων η δρυάδα, με τα διάφανα φτερά,
μια παναρμόνια μουσική, αγκαλιασμένη με της οξιάς
το πράσινο, και τις τρεμάμενες σκιές. σ’ένα παντοτινό
τραγουδώντας καλοκαίρι, με το λαιμό σου έτοιμο να σπάσει.
ω, μα για τούτο τα’αεράκι που έρχεται απ’ τ’ αμπέλια,
γι’ αυτή την αιώνια δροσιά που αναδίδει η βαθιά σκαμμένη γη
για της μηλιάς, της κερασιάς, και της συκιάς τα δώρα,
για τους χορούς εκείνους, τα λυγερόηχα τραγούδια μέσα στην ευτυχία
του ήλιου – και την ψυχή μου ακόμη θα ‘δινα.
ένα ποτήρι γεμάτο από τη φλόγα του νοτιά
γεμάτο απ’ την αληθινή, την ξαναμμένη ιπποκρήνη
με χάντρες αφρισμένες κι αστραφτερές, χορεύοντας
ολόγυρα στα χείλη μου που καιν πορφυρωμένα,
α, πως λαχτάρησα να πιω, κι ευθύς μαζί σου να πετάξω
στα πιο βαθύσκιωτα δάση, κι όπου δε φτάνει μάτι ανθρώπου.
θέλω να διώξω μακριά, να λησμονήσω για πάντα
όσα ποτέ δε γνώρισες, μέσα στη θαλπωρή των φύλλων:
την κούραση, τον πυρετό, τον μαύρο πανικό μας,
εδώ, που οι άνθρωποι οι βαριόμοιροι αδιάκοπα στενάζουν
και τρέμουνε ολοζωίς, μπροστά, στα βάραθρα του χρόνου,
κι η νιότη, πριν να τη χαρείς, σα φάντασμα περνάει.
εδώ, που η σκέψη σ’αφορμές κι άγονες εικασίες αιώνια
πλανιέται, καθώς πέφτει σκοτάδι στα μισόκλειστα βλέφαρα.
κι η ομορφιά, για μια στιγμή, θα περάσει από κοντά μας,
μα τι κρίμα! κανείς να την κρατήσει δε βρήκε τη δύναμη.
θέλω να φύγω από δω, κοντά σου θέλω να πετάξω,
όχι με του διόνυσου το άρμα και τη συντροφιά,
αλλά με τα’άφαντα φτερά της ποίησης!
όσο κι αν απελπίζεσαι, κι αν μετανιώνει η σκέψη.
ω, επιτέλους να ‘μια κοντά σου. η νύχτα μελωδίες πλημμύρισε.
ψηλά, η σελήνη, μια βασίλισσα στο θρόνο της,
ολόγυρα της έχοντας τις αστρικές νεράιδες.
όμως εδώ, το φως τ’ αληθινό δε φτάνει.
μονάχα αυτό το λίγο, που απ’ τον παράδεισο γλίστρησε
και παράπεσ’ ανάμεσα στα μούσκλια και τ’ αχνά μονοπάτια.
ίσως, να μη μπορώ να διακρίνω τι λογής λουλούδια είναι στα πόδια μου
και ποιο απαλό θυμίαμα πλαγιάζει πάνω στα κλωνάρια.
αλλά μες στο μειλίχιο σκοτάδι, μαντεύω κάθε γλύκα,
που ο μήνας ο καλόκαρδος χαρίζει,
στη χλόη, στο θυμάρι, στης λεμονιάς τα δέντρα,
στη σφάκα την αγέρωχη ή στους ονειροπόλους μενεξέδες.
μα ναι, δεν είναι δύσκολο να ξεχωρίσω του μάη το πρωτότοκο
παιδί, εκεί βαθιά στα κατακόκκινα τα ρόδα,
που μέσα τους φωλιάζει της δροσούλας το κρασί
και μυριάδες έλυτρα αμέριμνα χορεύουν, τα βράδια του καλοκαιριού.
της νύχτας ακούω τα βήματα! και συλλογιέμαι πόσες φορές
τη γαλήνη του θανάτου δεν έχω ποθήσει!
με τρυφερά ονόματα τον κάλεσα, με γλυκύτατους ήχους.
αχ, ας έπαιρνε πια την πνοή μου στον αέρα!
ναι, απόψε καλύτερα, μου φαίνεται, θα ‘ταν να πεθάνω
εκεί κοντά στο μεσονύχτι, χωρίς κανένα πόνο,
ενώ εσύ θα σκορπάς τη μαγεία στων οριζόντων
τα πέρατα, με τέτοιαν έκσταση –θεέ μου!
α, να μπορούσα ν ’ακούω το τραγούδι σου, κι όταν θα ‘χω
ολότελα χαθεί. Όταν, λύνοντας τις πένθιμες τρίλιες σου,
ένας σβώλος χώμα, θα ‘μια εκεί κοντά.
ω, πλάσμα της χαράς, δεν ήσουν γεννημένο για το θάνατο!
οι ξαγριεμένες γενιές των ανθρώπων να σ’αφανίσουν δεν μπόρεσαν.
το ξέρω, αυτή η φωνή, που ακούω μες στην παράφορη νύχτα,
σε καιρούς παλαιούς θ’ακούστηκε μαγεύοντας βασιλιάδες ή παλιάτσους
κι ίσως το ίδιο αυτό τραγούδι να ‘χε σαν το ροδόσταμο σταλάξει
στη λυπημένη την καρδιά της ρουθ, που νοσταλγώντας
το σπιτικό της, μια μέρα, στάθηκε δακρυσμένη, στο κύμα των σταχυών
τις άχαρες θωρώντας ομορφιές, του ξένου τόπου.
κι είναι το ίδιο τραγούδι που, συχνά, το θαύμα
έφερν ‘ως τα παραθύρια, που άνοιγαν ξάφνου, πάνω
στην άγρια, τρικυμισμένη θάλασσα, πέρα εκεί
στις μακρινές, τις έρημες χώρες των νεράιδων…
ναι είπα τη λέξη ‘’ερημιά’’, κι αμέσως, σήμαντρα
πλήθος χτυπούν και πίσω με καλούν βιαστικά στην πικρή μοναξιά μου.
αντίο λοιπόν! ούτε κι αυτή η φαντασία δεν μπορεί
ώρα πολλή να ξεγελάσει, κι ας λεν’ πως ειν μια απατηλή θεά
αντίο! αντίο! το θλιμμένο τραγούδι σου ολοένα χλωμιάζει,
περνά, πάνω απ’ τα κοντινά λιβάδια, πάνω απ’ τα ήμερα ποτάμια.
λίγο χαιδεύει τις πλαγίες των λόφων, κι έπειτα πάει
να πεθάνει, σ’ένα χαντάκι της αντικρινής κοιλάδας…
αλήθεια, ένα όραμα ήταν ή μες στο φως
ονειρευόμουν; σβήνει σιγά σιγά κι η μουσική. Δεν ξέρω.
ξυπνητός είμαι τάχα ή βυθισμένος στον ύπνο;
Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009
rainer maria rilke, από τον βίο της μαρίας
για ν'αντιληφθείς πως ήταν, τότε εκείνη,
πρέπει πρώτα να καλέσεις τον εαυτό σου
σ'έναν τόπο όπου κολώνες συγκρατούν
την οροφή του εντός σου
όπου σκάλες νιώθεις κι επικίνδυνα αψίδες
γεφυρώνουν τα βάραθρα ενός ένδου χώρου
χτισμένου με τέτοια προσοχή
που πλέον δεν μπορείς ούτε μια πέτρα του να φύγεις
γιατί θα σωριαστείς
κι όταν τόσο ευρύχωρος καταστείς,
κι όλα εντός σου γίνουν πέτρα,
τοίχος κι ανήφορος και θόλος και προοπτική,
δοκίμασε και με τα δυό χέρια
το μέγα παραπέτασμα, που κρέμεται μπρος στη μορφή σου,
να παραμερίσεις λίγο: εκεί η λάμψη υψηλών αντικειμένων,
εκεί εμποδίζεται η ανάσα κι η αφή.
παλάτια ορθώνονται μέσα από άλλα παλάτια,
σκάλες ξεχύνονται ολοένα πιο πλατιές μέσα απ’ τις κουπαστές
και πάνω ξεπροβάλλουν
σε κράσπεδα, που η θέα τους και μόνο σε ζαλίζει.
κι ακόμη: σύννεφα καπνού απ’ τα λιβανιστήρια
θολώνουν το σχήμα κάθε κοντινού
το απώτατο όμως, κάθετα, με τις αχτίδες του εντός σου σημαδεύει
κι αν τώρα φλόγας όστρακο διαφανή λάμψη τρεμοπαίξει
πάνω σ’ενδύματα που αργά πλησιάζουν:
πώς αυτό θα το αντέξεις;
εκείνη όμως έφτασε και σήκωσε το βλέμμα σε όλα αυτά: να δει
(ένα μικρό κορίτσι ανάμεσα σε γυναίκες, ένα παιδί)
κι ήσυχη ανέβηκε, γεμάτη αυτοπεποίθηση,
προς μια πολυτέλεια που σάλευε αυτάρεσκα:
τόσο βαθιά είχε φυτευτεί ο έπαινος στην καρδιά της
και είχε πλέον υπερβεί τα έργα των ανθρώπων.
κι ευφρόσυνα στα εσώτερα σημεία παραδίδονταν:
οι γονείς νομίζουν πως την καθοδηγούσαν,
κι ο αρχιερέας, απειλητικός με το κόσμημα στο στήθος,
φάνηκε να την υποδεχτεί: μα εκείνη τα χέρια άφησε
κι έτσι μικρή διάβηκε μεσ’ απ’ το πλήθος
για τη μοίρα, που την περίμενε ήδη,
ψηλότερη από την στοά, κι από τον ναό πιο βαριά.
Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2009
δραπετες

οι φωτίτσες των κεριών
η γλώσσα
στις πλανόδιες συμφωνίες του λόγου
σπέρμα των χρωμάτων του
πρίν γίνει χρώμα στην πένα των σημείων
επιστρέφει
μια φλόγα πριν
κάψει τις διάφανες πραγματικότητες
που ασφυκτιούν στο θόλο των οστών
λέγεται
πως δραπετεύουν
από μαρμάρινες αφές
σαν άγγιγμα στα μάγουλα
πυριτίων εραστών
γλυπτά ατέρμονης κίνησης
ανάσα πρόσκλησης αγωνίας
να δραπετεύσουν από το φιλί
Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2009
ρουμί,μικρο απανθισμα απο την ποίησή του 1

∞
ρουμί (1207-1273)-
και βέβαια σπάνια μίλαγαν λόγω της σοβαρότητας του κινδύνου του μυστικού που γνώριζαν.
το μυστικό της αγάπης αν ειπωθεί ανέμελα πάνω σε θυμό παίρνει μια σπαθιά χιλιάδες κεφαλές! ένα λιοντάρι αγάπης νέμεται τη βοσκή της ψυχής καθώς το γιαταγάνι αυτού του μυστικού πλησιάζει. είναι ένας θάνατος καλλίτερος από χίλιες ζωές.
στην πραγματικότητα αυτό ζητά κι η εξουσία στον κόσμο αυτή την ανημπόρια.
[…]
ο θεός ξέρει τι είπανε! λέγανε λόγια ανείπωτα στη γλώσσα των πουλιών.
[Max Ernst.
Approacing Puberty or The Pleiads 1921]
∞
εφτά αιώνες μετά το θάνατό του, ο τζελαλουντίν ρουμί [...] μοιάζει να μας περιμένει στο τέλος της ιστορίας και του χρόνου [...] οι τρόποι του ήταν η ποίηση και ο χορός με την μουσική [...] τον χορό του, τον στροβιλισμό, τον άλλο τρόπο του, εύκολα τον λογαριάζει κανείς σαν τον χορό που δεν θα ξεπεραστεί ποτέ. ποιός βαριέται να κοιτάξει μια φλόγα ζωντανή, ένα κερί που καίει; ποιό σχήμα τελειότερο απ 'τον κύκλο και πώς ν' αντισταθεί κανείς στη μέθη της σούφικης μουσικής;
σημείωμα απόδοση βίκος ναχμίας εκδόσεις ντέφι 2002
∞
ρουμί (1207-1273)-
τι τύχη ν’ακούσουμε τα πνευστά του χορού
να’ ρχονται καταδώ! λάμπει το δάπεδο.
το τραπέζι φτιαγμένο στην αυλή.
θα πιούμε όλο το κρασί απόψε
γιατί είναι εδώ η άνοιξη. εδώ είναι.
είναι μια θάλασσα που φουσκώνει. είμαστε σύννεφα πάνω απ’ τη θάλασσα
ή μόρια ύλης
μέσα στον ωκεανό όταν ο ωκεανός λάμπει από μέσα.
ξέρω ότι έχω μεθύσει όταν πιάνω την κουβέντα του ωκεανού.
θες να σ’ανοίξω το φεγγάρι στα δυο
με μια ριξιά;
∞
ρουμί(1207-1273)-
άσε το γελαστό σου πρόσωπο να γελάει.
σαν το φεγγάρι που ποτέ δεν γεννήθηκε αλλά
κι αν είχε γεννηθεί
θα ‘ταν γελώντας!
ο ιωσήφ υψώθηκε στις θέσεις τις ψηλότερες ολόκληρης αιγύπτου.
άκου το γέλιο από εκεί μέσα!
κλειδωμένες διπλόθυρες τις ανοίγει ο αέρας.
νερά τρέχουν. αρπάζει η φωτιά. ο άνεμος ξεσπά!
το χώμα της άνοιξης σηκώνει μικρό δάχτυλο.
είναι όλο γέλια.
±
e.e.cummings (1938)-
ας είναι η καρδιά μου πάντα ανοιχτή στα μικρά
πουλιά που είναι τα μυστικά της ζωής
ότι κι αν τραγουδούν είναι καλύτερο από το να γνωρίζεις
κι αν οι άνθρωποι δεν θέλουν να τα’ ακούσουν οι άνθρωποι είναι γέροι
ας περιδιαβαίνει το μυαλό μου πεινασμένο
και άφοβο και διψασμένο και εύπλαστο
ακόμη κι αν είναι κυριακή ας έχω άδικο
γιατί όποτε οι άνθρωποι έχουν δίκιο δεν είναι νέοι
κι ας μην κάνω εγώ τίποτα χρήσιμο
κι ας αγαπώ εσένα περισσότερο και από αληθινά
δεν έχει υπάρξει ποτέ κάποιος τόσο ανόητος που να μην μπορεί να
τραβήξει όλο τον ουρανό πάνω του μ’ ένα χαμόγελο
+
rainer maria rilke
ελεγείες του ντουίνο
πέμπτη ελεγεία(1923)-
όμως, να, χώνεται μες στο κορμί σου αυτός που ολοκληρωτικά σβήνει ένα τέτοιο ντροπαλό, μόλις και δοκιμασμένο, πρόσωπο…
αφού και πάλι ο μέσα σου άντρας χτυπά τα χέρια έτοιμος για το άλμα,
και το κάψιμο εκείνο στις πατούσες προλαβαίνει την απαρχή του,
πριν καν τη νιώσεις, τον πόνο εκείνο στο πλάι της πάντα
αφηνιασμένης σου καρδιάς,
με λίγα δάκρυα σωματικά, που αργοκυλούν στα μάτια σου.
παρ ‘όλα αυτά, έτσι στα τυφλά,
να, το χαμόγελο…
ω αυτό το μικρολούλουδο βοτάνι πάρε το, δρέψε το, άγγελε!
κάνε ένα βάζο και φύλαξέ το! βάλ ΄το ανάμεσα σ ‘εκείνες τις χαρές
που ακόμη δεν άνθησαν για μας! ύμνησέ το
μέσα σε υδρία χαριτωμένη, με την ανθισμένη
κι ορμητική επιγραφή: subrisio saltat -το χαμόγελο πηδά-
ρουμί,μικρο απανθισμα απο την ποίησή του 2

∞
ρουμί (1207-1273)-
με την ιερότητα που βγάνεις και που μας περιγράφεις
γύρνα μας τα πάνω κάτω να μάθουνε οι άλλοι
ότι είσαι εδώ. κουραστήκαμε απ’ την κρυφή χαρά
ντροπαλοσύνη και ντροπή συνάμα.
οι λόγοι μιας εγκράτειας φεύγουν πετούν σαν περιστέρια.
μιλάς τη λεπτή αλήθεια σου σε σύναξη άδειων προσώπων.
συχνά όμως βρίσκει κάποιος ξαφνικά μέσα στις στάχτες κάτι.
μα γιατί μιλάω; εσύ ξέρεις τι συμβαίνει.
[Max Ernst. Of This Man Shall Know Nothing]
απλά πες το.
πέρνα γύρω στον καθένα και βάλε μας κρασί
άδειασέ μας το κεφάλι από τη μελιτζάνα φρικασέ.
±
ν.εγγονόπουλος
μην ομιλειτε εις τον οδηγον (1938)
αλβανοί χορεύοντες σκέπτονται να στρέψουν προς νέες
διευθύνσεις τις ενέργειές τους, εις τρόπον ώστε τα παιδιά να
μην καταλάβουν τίποτες από τις πικρίες και τας απογοητεύσεις
της ζωης.
- να μην καταλάβουν τίποτες πριν από τον καιρό τους.-
πάντως οι σκέψεις αυτών των αλβανών δεν περνούν πέρα από τους σκαρμούς των παραθύρων. κι’ αυτό διότι ιταλός τις, ακούων εις το όνομα γουλιέλμος τσίτζης, και επαγγελλόμενος τον επιδιορθωτή πνευστών οργάνων, προσπαθεί να εξαπατήσει τους μελλονύμφους, εφαρμόζων
σε παλαιού συστήματος ραπτομηχανήν σίγγερ τέσσερα χουνιά, εκ των οποίων τα δύο γυάλινα και τ’ άλλα δύο καμωμένα από ένα οποιονδήποτε μέταλλο. να μην ταραχθεί κανείς: η εικών αύτη είναι η μόνη που εβοήθησε τον αποθανόντα αόμματο φαροφύλακα
να ανακαλύψη το μυστικόν του φρέατος.
∞
[…]
ο ρουμί γεννήθηκε στο μπαλκ(χ) περίφημη πόλη για την ομορφιά της στην επαρχία του χορασάν της περσίας το 1207 ή ίσως λίγο νωρίτερα. […] πεθαίνει στις 17 δεκεμβρίου του 1273.[…]
τελικά εγκαθίστανται στη σελτζούκικη πρωτεύουσα της ανατολίας, ικόνιο ή τοτινό ρουμ, εξ ου και ρουμί.κέντρο κοσμοπολίτικο στη δυτική άκρη του δρόμου του μεταξιού. εδώ ο σουλτάνος προσφέρει προστασία και το αντίστοιχο μιας έδρας θεολογίας στο σεβάσμιο πατέρα του βαλάντ που θα διαδεχθεί μετα το θάνατό του λίγο αργότερα ο ρουμί στα είκοσι τέσσερά του χρόνια. σύντομα θα φύγει για το χαλέπι, πολιτιστική πρωτεύουσα της εποχής και τη δαμασκό για εφτά χρόνια σπουδών. θα επιστρέψει στη θέση που τον περιμένει στο ρουμ. […]
σημείωμα απόδοση βίκος ναχμίας εκδόσεις ντέφι 2002
ρουμί,μικρο απανθισμα απο την ποίησή του 3

∞
ρουμί (1207-1273)-
η ανάμνηση του προσώπου σου
μου απαγορεύει να σε δω.
η ανάμνηση παλιών φιλιών
μου απαγορεύει το φιλί.
τέτοια γλύκα να μας χωρίζει!
[Max Ernst. The Phases of the Night. 1946.]
κρουστά φέρνει ο άνεμος
σφυγμό καρδιά μου.
μου ΄χεις πάρει τόσο το μυαλό
που η απουσία σου με πυρώνει.
μη ρωτάς
‘’μη…’’
μη μου απαντάς
μη ρωτάς γιατί αυτό με μαγεύει.
±
e.e.cummings (1926)
σε πείσμα κάθε πράγματος
που αναπνέει και κινείται, αφού ο όλεθρος
(με λευκά μακρύτατα χέρια
συγυρίζοντας κάθε πτυχή)
θα λειάνει εντελώς τα μυαλά μας
-προτού αφήσω την κάμαρά μου
γυρίζω,και(σκύβοντας
μέσα από το πρωί)φιλάω
αυτό το μαξιλάρι, αγαπημένη μου
όπου τα κεφάλια μας έζησαν και υπήρξαν.
+
κ.π.καβαφης
επέστρεφε (1905,1915)
επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθηση επέστρεφε και παίρνε με-
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ ‘επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ ‘αισθάνονται τα χέρια σαν ν ‘αγγίζουν πάλι.
επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…
+
κ.π.καβαφης
θυμήσου, σώμα… (1916,1918)
σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ ‘εκείνες τις επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες τα μάτια φανερά,
κ ‘ετρέμανε μες στην φωνή – και κάποιο
τυχαίο εμπόδιο τις ματαίωσε.
τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στις επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες – πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.
∞
όμως, αγιογράφοι, σχολιαστές και θρύλος ανάκατα μας λένε ότι όλα αυτά αλλάζουν όταν σ ‘αυτήν την ηλικία συναντά τον σαμς. έναν περιπλανώμενο δερβίση από την ταυρίδα, που περιφρονούσε την λόγια παράδοση της εποχής. μας λέει λοιπόν ο αγιογράφος του ρουμί, ο αφλακί, ότι το μόνο που ζήταγε ο σαμς έως τότε από τον θεό ήταν να του γνωρίσει ένα δικό του άγιο πραγματικό και για αντάλλαγμα θα έδινε την ίδια τη ζωή του. η συνάντησή τους μεταμορφώνει τον ρουμί από ιεροδιδάσκαλο στον μεγαλύτερο μυστικό ερωτικό ποιητή του ισλάμ.[…]
αποκαλυπτικά συχνά σε παραληρηματική κατάσταση και με την βοήθεια του γραφιά του ο ρουμί θα συνθέσει ένα μοναδικό ποιητικό ποταμό σαράντα έξι χιλιάδων στίχων, το ‘’ματναβί’’, που στο μουσουλμανικό κόσμο αναγνωρίζεται σαν ‘’δεύτερο μόνο προς το κοράνι’’.
σημείωμα απόδοση βίκος ναχμίας εκδόσεις ντέφι 2002
ρουμί,μικρο απανθισμα απο την ποίησή του 4

∞
ρουμί (1207-1273)-
μ ‘ένα ποτήρι στο χέρι πέφτω τσακίζομαι
ξανά ορθός σαλεμένος ζαλίζομαι
πέφτω καταστρέφομαι.
δεν είμαι πια εδώ
κι όμως εδώ είμαι στέρεος νηφάλιος!
προχώρα αν και δεν υπάρχει προορισμός.
μην προσπαθείς να καταλάβεις αποστάσεις
[Max Ernst. Colorado of Medusa. 1953.]
δεν είναι στ ‘ανθρώπινα τα μέτρα.
κινήσου εντός όχι όμως όπως το θέλει ο φόβος σου.
το ρόδο γελά που το κοιτώ επίμονα.
διαρκώς αναρωτιέμαι τι είναι ρόδο.
σε ποιόν ανήκει.
ότι κι αν σημαίνει αυτό.
∞
…στο μεταξύ ένας λιόντας πολέμαγε μ ‘ένα λύκο…
±
rainer maria rilke (1875-1926)
ρόδο, ώ αντίφαση αγνή, ηδονή,
κανενός ο ύπνος να μην είσαι κάτω από τόσα
βλέφαρα
∞
[...]με όλη την ελευθερία της προσέγγισης δοκίμασα να κρατήσω τον κώδικα της μυστικής ποίησης, όσο τον αναγνώρισα, ανέπαφο.[…]
η ενασχόλησή μου με τον ρουμί είναι ήδη αρκετών χρόνων σαν αναγνώστη. κάποια στιγμή είχα την ιδέα για τη δημιουργία ενός θεατρικού θεάματος με αυτά τα ποιήματα. είναι λοιπόν αυτά τα μεταφράσματα, ποιήματα και παραβολές, το υλικό για μια παράσταση επιλεγμένα αυθαίρετα και χωρίς σειρά, συχνά μόνο μέρη ενός μεγαλύτερου συνόλου και με στόχο να εξυπηρετήσουν μια θεατρική μεταφορά.[…]
σημείωμα απόδοση βίκος ναχμίας εκδόσεις ντέφι 2002
ρουμί,μικρο απανθισμα απο την ποίησή του 5

∞
ρουμί (1207-1273)-
ένας μαύρος ουρανός μισεί τη σελήνη. αυτό είμαι το σκοτεινό
τίποτα. μισώ αυτούς που ‘ναι στην εξουσία.
με καλούνε από το δρόμο να ‘ρθω μέσα
αλλά βρίσκω μια δικαιολογία.
τώρα τα ‘χω με το δρόμο.
αγάπη δε χρειάζομαι. ας με τσακίσει κάτι.
[Max Ernst. Lone Tree and United Trees.1940.]
ο καθένας τι περνά δε θέλω να το ξέρω.
τις άφησα τις ευκαιρίες για πλούτη και για θέσεις.
δεν τα ζητώ.
είμαι κομμάτι σίδερο στον μέγιστο μαγνήτη αντιστέκομαι.
το κεχριμπάρι τραβάει τ ‘άχυρα. αυτό μ ‘εξαγριώνει.
είμαστε σωματίδια στροβιλιζόμαστε εδώ πέντ ‘έξι από μας.
τι σημαίνει πέντε ‘έξι;
εχω θυμώσει με το θεό.
δεν καταλαβαίνεις αν είσαι έξω απ ‘το νερό.
μοιάζεις του ήλιου; σιχαίνομαι τις ομοιότητες.
∞
ρουμί (1207-1273)-
μέσα σ ‘αυτήν την νέα αγάπη πέθανε.
ο δρόμος σου αρχίζει στην άλλη μεριά.
γίνε ο ουρανός.
πάρε μιαν αξίνα στον τοίχο της φυλακής.
δραπέτευσε.
περπάτα σαν ξαφνικά νιογέννητος στα χρώματα.
καν ‘το τώρα.
σε προστατεύει σύννεφο πυκνό.
γλίστρα στο πλάι βγες έξω. πέθανε
και μείνε ήσυχος. η ησυχία είναι σημάδι βέβαιο
ότι έχεις πεθάνει.
η παλιά σου η ζωή ήταν μια διαρκής παλαβή
απόδραση από την ησυχία.
το γεμάτο φεγγάρι
βγαίνει τώρα αμίλητο.
±
sylvia plath
το κυπαρισσι και το φεγγαρι (1965)
αυτό είναι το φως του νου, ψυχρό και πλανητικό.
τα δέντρα του νου είναι μαύρα. το φως κυανό.
το χορτάρι αποθέτει τη θλίψη του στα πόδια μου σαν να
ήμουν θεός,
αγκυλώνοντας τους αστραγάλους μου και μουρμουρίζοντας για
την ταπεινότητά του.
αιθαλώδης, αλκοολούχος ομίχλη κατοικεί σ ‘αυτό τον τόπο
που χωρίζεται από το σπίτι μου με μια σειρά επιτύμβιες στήλες.
από εδώ ο δρόμος δε σε βγάζει πουθενά.
η σελήνη δεν είναι πόρτα. είναι ένα πρόσωπο αυτοτελές,
λευκό σαν άρθρωση και φοβερά ταραγμένο.
σέρνει πίσω της τη θάλασσα σαν σκοτεινό έγκλημα είναι σιωπληλή
με τη χαίνουσα έκφραση της απόλυτης απελπισίας. εδώ μένω.
δυό φορές την κυριακή, οι καμπάνες αιφνιδιάζουν τον ουρανό-
οχτώ μεγαλοπρεπείς γλώσσες επιβεβαιώνουν την ανάσταση.
στο τέλος, νηφάλια σημαίνουν τ ‘όνομά τους.
το κυπαρίσσι τείνει προς τα πάνω. έχει σχήμα γοτθικό.
τα μάτια υψώνονται ακολουθώντας το και βρίσκουν τη σελήνη.
η σελήνη είναι η μητέρα μου. δεν είναι γλυκιά σαν την παναγία.
τα γαλάζια της ενδύματα ελευθερώνουν μικρές νυχτερίδες και κουκουβάγιες.
πώς θα ήθελα να πιστέψω στην τρυφερότητα-
το πρόσωπο του ειδώλου, μαλακωμένο από το φως των κεριών,
γέρνει ειδικά επάνω μου τα αγαθά του μάτια.
έχω πέσει από πολύ ψηλά. σύννεφα ανθίζουν
γαλάζια και μυστηριώδη πάνω από το πρόσωπο των αστεριών.
μες στην εκκλησία, οι άγιοι θα είναι όλοι γαλανοί,
αιωρούμενοι με τα εύθραυστα πόδια τους πάνω από τα κρύα στασίδια,
τα πρόσωπα και τα χέρια τους άκαμπτα από την αγιοσύνη.
η σελήνη δε βλέπει τίποτα απ ‘αυτά. είναι φαλακρή και άγρια.
και το μήνυμα του κυπαρισσιού είναι η σκοτεινιά –η σκοτεινιά
και η σιωπή.
∞
χρωστάω άπειρη ευγνωμοσύνη στους φίλους που μου έδωσαν κουράγιο από το ξεκίνημα των πρώτων μεταφράσεων εκτός των άλλων και για την ανεπανάληπτη απόλαυση που βρήκα στη συνέχεια γνωρίζοντας καλύτερα αυτήν την ποίηση. τα σχόλια και οι διορθώσεις τους ανεκτίμητες […]
κι όσοι μου χαρίσανε έστω μια λέξη
σημείωμα απόδοση βίκος ναχμίας εκδόσεις ντέφι 2002
ρουμί,μικρο απανθισμα απο την ποίησή του 6

∞
ρουμί (1207-1273)-
έχω ακούσει πολλά ‘’κάνε το ‘να κάνε τ ‘άλλο΄΄ ‘’ξεκαβάλα΄΄
πριν ακόμα βρω το δρόμο.
‘’πήγαινε εδώ’’ και ‘’πάμε εκεί’’ προτού καν στήσω τα σκηνή μου.
αρκετά.
παράταμε με αυτά τα ‘’πήγαινε-έλα!’’.
[Max Ernst. The Whole City.1935.]
θα φτάσω άραγε στο φεγγαρόσχημο
αλώνι πριν πεθάνω; αισθάνομαι ευλογημένος
σ ‘αυτή την περιπλάνηση μέσα στον ήλιο αγάπης
αλλά το δρόμο δεν τον διακρίνω.
ξέρω πως είναι κάπου εδώ
αλλά δε βλέπω τη δικαιοσύνη ή την ειρήνη του.
ζητάω λόγο από τον άνεμο.
ψάχνω μες ‘στα πηγάδια του φεγγαριού το σχήμα.
η δίψα μου ανεβαίνει
κήπος τον αύγουστο.
μαθαίνω όμως γρήγορα
όπως ο ίδιος τόπος την άνοιξη
είναι πάλι έκπληκτος μ ‘αυτό που συντελείται
σε μιαν ακρούλα γης.
±
e.e.cummings (1931)
κάπου δεν έχω ποτέ ταξιδέψει,πρόθυμα πέρα
από κάθε εμπειρία,τα μάτια σου έχουν τη σιωπή τους:
στην πιο εύθραυστη χειρονομία σου υπάρχουν πράγματα που με
περικλείουν,
ή που δεν μπορώ ν ‘αγγίξω γιατί είναι πολύ κοντά
η παραμικρή σου ματιά εύκολα θα με ξεκλειδώσει
αν και έχω κλείσει τον εαυτό μου σαν δάχτυλα,
ανοίγεις πάντα πέταλο το πέταλο τον εαυτό μου όπως ανοίγει η άνοιξη
(αγγίζοντας επιδέξια,μυστηριακά)το πρώτο της τριαντάφυλλο
ή αν η ευχή σου είναι να με κλείσεις,εγώ και
η ζωή μου θα παύσουμε πολύ ωραία,ξαφνικά,
όπως όταν η καρδιά αυτού του λουλουδιού φαντάζεται
το χιόνι προσεκτικά παντού να πέφτει
τίποτα απ ‘όσα πρόκειται ν ‘αντιληφθούμε σ ‘αυτό τον κόσμο δεν
ισούται με τη δύναμη της έντονης ευθραυστότητάς σου:η υφή της οποίας
με υποβάλλει με το χρώμα των τόπων της,
ερμηνεύοντας τον θάνατο και το παντοτινό με κάθε ανάσα
(δεν ξέρω τι είναι αυτό σε σένα που κλείνει
και ανοίγει μόνο κάτι μέσα μου καταλαβαίνει
ότι η φωνή των ματιών σου είναι βαθύτερη απ ‘όλα τα τριαντάφυλλα)
κανείς,ούτε η βροχή ακόμη,δεν έχει τόσο μικρά χέρια
+
ν.εγγονόπουλος
το καραβι του δασους
μην ομιλειται εις τον οδηγον (1938)
ξέρω ότι
[...]
αν ήτανε δυνατό
ν’ αντικαταστήσω
τα ιερά σάβανα
της φωνής μου
με την αγάπη
που έχει
μια μεταφυσική μουσική κόρη
για τις μαύρες ομπρέλες της βροχής
ίσως τότες
μόνο τότες
θα μπορούσα να πω
τα φευγαλέα οράματα
της χαράς
που είδα κάποτες
―σαν ήμουνα παιδί―
κοιτάζοντας
ευλαβικά
μέσα στα στρογγυλά
μάτια
των πουλιών
+
ν.εγγονόπουλος
η ύδρα των πουλιών
μακρυνές συναυλίες, οπάλινες σπίθες, του πρώτου σπιτιού μας μέσ’ στη λαύρα του θέρους,
στης γης του πυρός την αέναη θήρα, στους κάμπους, στα δάση, στα ουράνια,
θ’ ασπασθώ απαλά της εικόνος τα χείλη, θα χαρίσω ελπίδες σ’ αχιβάδες και κάστρα
που βουβά παραστέκουν σ’ όσ’ αγγίζουν οι μοίρες, κι όταν δύουν στα πεύκα των ειδώλων φεγγίτες
αυλακώνουν μ’ αλόγατα ξύλινα χαμοκέδρου θωπείες,
θεωρίες σεπτές μυστικών δεινοσαύρων, στων νερών τις πλεκτάνες που τα ζώσανε κύκνοι,
μαύροι κύκνοι, γαλάζιοι, όλο ιδέα, και πόθο που λες πάει να σβύση κι αποτόμως γυρεύει
ν’ ανεβή πιο ψηλά, να γκρεμίση, να σπάση, παραθύρια ν’ ανοίξη, να φωνάξω, να κλάψη,
να ρημάξω, ν’ αράξη, να σκιστή, να χαράξω στο χαλκό πιο βαθειά, πιο βαθειά,
περιστέρια, λιοντάρια, των μαλλιών της τη νύχτα, του στρατιώτου το όπλο, τ’ αρβανίτικο χώμα,
κι όπου φτάση, αν φτάση, φαντασία μετάλλου, λόγια που είπα η πυθία σε ανύδρους εκτάσεις,
τροπικούς και πηγάδια θα διαβή, ως να φέξη η αυγή η πλανεύτρα μ’ άυλων κούρδων κραιπάλη,
ν’ αγοράση κιθάρες που μου πνίγουν τα μάτια, ως να σύρω τα πέπλα που κρατά η σελήνη,
στη μορφή μου να δέση τη μορφή των πουλιών.
ρουμί,μικρο απανθισμα απο την ποίησή του 7

∞
ρουμί (1207-1273)-
μείνε μ ‘αυτούς που βοηθούν την ύπαρξή σου.
μην κάθεσαι μ ‘αδιάφορους ανθρώπους
που βγάζουν απ ‘το στόμα κρύα ανάσα.
όχι αυτά τα σχήματα τα φανερά
βαθύτερη είναι η δουλειά σου.
πέτα σβώλο χωμάτινο και θα γενεί κομμάτια.
[Max Ernst. Oedipus Rex. 1922.]
αν τα πετάξεις δεν προσπαθείς
κι έτσι να γίνεις κομμάτια
θα σε κομματιάσει ο θάνατος
πολύ αργά για ότι θα γινόσουν.
τα φύλλα κιτρινίζουν. το δέντρο απλώνει ρίζες καινούριες
τις πρασινίζει.
τι χαίρεσαι σε μιαν αγάπη που σε κιτρινίζει;
±
κ.π.καβαφης
οσο μπορεις (1905, 1915)
κι αν δεν μπορείς να κάνεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες την πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ ‘εκθέτοντάς την,
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.
Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2009
προβες
και δως μου ότι αντέξω
φτάνει το βάρος του να ‘ναι ασύλληπτο
και τώρα εδώ
πάλλοντας το χέρι μου
την ανάσα μου ζυγιάζω
2. η μνήμη είναι εικόνα
ο ήχος την αναζητά ξανά σ’ ένα σχήμα αλλιώτικο
στου βιολιού που δέρνονται τα κρίματα
με τα ίχνη της ξυπολιέται στον αέρα
σαν ο λόγος την έκανε ανάμνηση, ξωθιά
…μην ακούσεις
μην πεις
γι΄αυτήν…
έχω το όπλο της θνησιγονίας
και οι λέξεις μ΄ αποκρίνονται για λίγο
3. άφησέ με να ταξιδέψω στις τελείες
που δεν έχουν χώρο
αλλά ο χρόνος τους είναι μικρότερος
από την αστραπή
και θα περάσεις στην επόμενη
γέροντας ιεροφάντης
της ιθάκης
για να κάνεις τον χώρο ίσο του
4. είδα πως έρχεται ο βοριάς
γιατί τα σώματα των δέντρων
έχουν γλυκάνει τους κορμούς τους
προς τους φράχτες
βλέπω πως ήθραν οι ανάγκες
από τα ξίφη των ξερών ινών
βλαστάρια παρατημένα στο δέρμα μου
προβα

γυρνώ το σώμα μου γυμνό στη γη
την άτρωτη στιγμή
που το ζεστό μου αίμα ξανάβει το ασπρόροζο στους πόρους
και πριν αρχίσω
τα βήματα στον πάγο να σχεδιάζω
γυρνώ ξεδιάντροπα στη γη και τη ρωτώ
ξοδεύω το χώρο σου καθρέφτες να με ντύνουν;
κι όσο παγώνω την ρωτώ
θα προβάρω τα ρόδα;
αν αφήσω μόνο πέντε;
θα τους κατονομάσω
κι όσο παγώνω τη ρωτώ
πόσοι λιγότεροι;
είναι τρεις
degas
κι αγωνιώ και δουλεύω δύο καθρέφτες
να με ντύνουνε τα ρόδα
Παρασκευή, 09 Ιανουαρίου 2009
αγαπης αγωνιες
τη μουσική των καιρών του τσαγιού
τη ροή του μελιού
στους βράχους τα χοϊκά της καρδιάς
τα πέταλα των ρόδων
άλικα στο αίμα
θωπεύματα ριγμένα στα τοιχώματα της εκπνοής
δως μου λίγο να δακρύσω
το πάγωμα, την ταραχή, το τράνταγμα της ίριδας
την ώρα
που οι αισθήσεις μου με τον ουρανό
μοιράζονται τα σύννεφα
μαρτυρά η ζεστασιά το φως
στο κρυφτό του ήλιου το παιχνίδι
φυλλορροούν τα πουλιά
την ώρα
που τρέμουν και ρυθμικά αγγίζονται
στου αέρα το χορό
τα σώματα των φύλλων
ένα πρωινό σαν αυτά
που ανοίγει το παράθυρό του το χαμόγελο
θέλω να με σκεπάσει η αγάπη
Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2008
''δε θα'θελα εδώ θεός να επέμβει''
αν γινόσουν ο κρίκος μας
και πώς ν' ακούσω τι μου λες
αφού δεν μου μιλάς ανθρώπινα
μου λες ανάπνεε
και μ' αφήνεις να κοιτώ
την στρέψη της ματιάς σου στο μέτωπο,
ζηλέψανε τα τόξα σου σκέπη στους ναούς τους οι θρησκείες
τα τόξα του λαιμού σου, των βλεφάρων,
το πρόσεχε στο τόξο των χειλιών σου, το τόξο από τις κλείδες σου,
μ' ανεβάζεις στο άκρο απ' το χαμόγελό σου
όταν πια ακούς τον κριγμό του στέρνου μου
να διαστέλλονται οι βρεφικές μου πλευρές
ίνες απ' το καλαθάκι ενός μωυσή
βασιλιάδες προφήτες ποιητές
ραμμένα κύτταρα που λάθεψαν μαζί σου
την αρπαγή μιας ελένης
για μια νεότητα φυλαγμένη αιώνια
τότε πλαγιάζεις τα ζυγωματικά σου
στο κοκαλάκι του ώμου μου
και δε μου λες τι ονειρεύεσαι
ποιος ζωγραφίζει τα λευκά πουλιά,
τις βάρκες, τα ιστία, τους λευκούς αφρούς στα κύματα;
σημάδια μου να σε διαβάζω,
πως βλέπεις έναν μικρό ήλιο
κι απλώνουμε τα χέρια, τον αγκαλιάζουμε
απ' τη μια μεριά το χέρι του ενός, απ' την άλλη του άλλου
τον φέρνουμε πάνω απ' το κεφάλι μου να βλέπεις,
μέσα μου
πώς βγάζω φτερά, πώς γυμνώνονται τα νεύρα και οι γραμμές μου
πώς γίνομαι μια πεταλούδα στο χρώμα της φλέβας και της αίμης
μην από συνήθεια σφίξεις τα δάχτυλά σου τώρα που με ποίησες αλλιώς
θα σπάσω σαν στήμονας
χάρισέ μου ένα μάλα να μετράω σε κύκλους
τις φορές που με περνάς απ' τους αέρηδες
ν' ακούς λες τον τόνο των φωνών μου
ν' ανοίξουν τα ξύλινα φύλλα μου
να ζωγραφίζεις πάνω τους αγγέλους και σταχτόχρωμα φώτα
να βλέπεις από το μικρό πέρασμα
μέσα απ' τους σοβάδες και τ' αγάλματα
τους πιο μικρούς ορίζοντες και το περπάτημα των μυρμηγκιών
να φτιάχνεις μουσική τα βουητά των φόβων μου
στους πύργους μου
με το λουκέτο που σφαλίζεις τις κραυγές μου
και φτιάχνεις ένα πέρασμα στον ουρανό
αφού δίπλωσες δυο άκρες τα σχισμένα του σεντόνια
κυκλικά ρολά και τσακίσεις
κρέμασες σχοινιά κι ένα αερόστατο κλονίζεται στους πλανήτες σου
μου λες πέρνα, θα σε κοιτάω μέχρι να πετάξεις
μην με ονομάσεις δικό σου
θέλω δική μου και τη μνήμη σου
για να μάθω πως οι απώλειες φτιάχνουν την ηχώ στο διάσελο
σύντροφο την σιωπή στα ακρώμια κελιά της μοναξιάς
και να μάθω να παράγω λέξη, απουσία φωνής στον ίλιγγο της πτώσης
κάθε που το αχνό πρόσωπό σου θα ΄ναι θύμηση
έχεις δει πως σε κοιτάνε τα μάτια των παιδιών;
σε γνωρίζουν μες το χρόνο
έτσι ξέρω να φορέσω τον τόνο που πάλλεται στο σώμα μου
όταν στο τέλος απ' τα βήματά μου βλέπω στα τεντωμένα μάτια σου
την αγωνία,
να ντύνω τα μάτια μου βυθό
έγιναν έτσι; εγώ σε σκιτσάρω εκεί
αφού έμαθα να βλέπω τις λέξεις σου
οπλίστηκα
και το ψέμα σου που μάχομαι είναι που δεν πίστεψα
πλέρια στην φαντασία σου
αν μ' αφήσεις να γυρίσω εκεί
θ' αντέξουν οι ιστοί μου;
δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκεί έξω
μόνο το άγγιγμα στα λοίσθια πανιά των αισθήσεων
κι εσύ
τώρα θέλω να κοιμηθώ
ολόκληρη μες την παλάμη σου
Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008
λεξικο αποριας, αλματα μνημης
ξαφνικά μέσα στους χρόνους
αδιανόητο για τον πίδακα των δέκα μου δαχτύλων
σε τόπους ψηλούς, σε οκτάβες που η πολική μου ράντα
δεν είναι ραμμένη για να στρέφεται
τιμώρησα τα ουράνια όνειρά μου
τα ελάχιστα, δυο τρία που επέλεξε η μνήμη μου το πρωί
καθάρισαν τώρα οι φόβοι μου
που έγινα ο δόλιος-φόνος των αλμάτων της ζωής μας
λεξικο αποριας, αλματα μνημης(i)
εκπίπτουμε πιο νωρίς κι από τη σάρκα μας
η μνήμη είναι μηχανισμός εξέλιξης όσο πιο συχνά αποθηκεύεις επαναλήψεις δεδομένων τόσο πιο γρήγορα εξελίσσεσαι, θυμάσαι να αλλάζεσαι προς την βούληση της βάσης δεδομένων
με τόση ζάλη στους κύκλους της η ιστορία, φτιάχνει παιδιά με γνώση στο κύτταρό τους, από μνήμης
ίσως έτσι ξεμπερδεύουν πιο γρήγορα με τα γεγονότα
ίσως έτσι (μακριά από τη δική μας διανόηση (και θνησιγονία) (μακάρι)) ξεκινάνε…
Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008
λεξικό απορίας, μας μοιάζει η απώλεια

Κυριακή, 07 Δεκεμβρίου 2008
υπόγεια ρεύματα
Σάββατο, 06 Δεκεμβρίου 2008
χαρτάκι

Τετάρτη, 03 Δεκεμβρίου 2008
πλευρές νόθες ασύντακτες
Τρίτη, 02 Δεκεμβρίου 2008
Φλέρυ Νταντωνάκη-Leonard Cohen,Suzanne
(from the album 'SONGS OF LEONARD COHEN')
Suzanne takes you down to her place near the river
You can hear the boats go by
You can spend the night beside her
And you know that she's half crazy
But that's why you want to be there
And she feeds you tea and oranges
That come all the way from China
And just when you mean to tell her
That you have no love to give her
Then she gets you on her wavelength
And she lets the river answer
That you've always been her lover
And you want to travel with her
And you want to travel blind
And you know that she will trust you
For you've touched her perfect body with your mind.
And Jesus was a sailor
When he walked upon the water
And he spent a long time watching
From his lonely wooden tower
And when he knew for certain
Only drowning men could see him
He said "All men will be sailors then
Until the sea shall free them"
But he himself was broken
Long before the sky would open
Forsaken, almost human
He sank beneath your wisdom like a stone
And you want to travel with him
And you want to travel blind
And you think maybe you'll trust him
For he's touched your perfect body with his mind.
Now Suzanne takes your hand
And she leads you to the river
She is wearing rags and feathers
From Salvation Army counters
And the sun pours down like honey
On our lady of the harbour
And she shows you where to look
Among the garbage and the flowers
There are heroes in the seaweed
There are children in the morning
They are leaning out for love
And they will lean that way forever
While Suzanne holds the mirror
And you want to travel with her
And you want to travel blind
And you know that you can trust her
For she's touched your perfect body with her mind.
Δευτέρα, 01 Δεκεμβρίου 2008
ίσως πρέσπες τον μάη

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008
κοιτώ στον καθρέφτη των δαχτύλων τα δάκρυα
Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008
παπούτσια στο θέατρο
έχω φυλακίσει ένα τετράγωνο και ζευγάρια παπούτσια μπαίνουν, αθόρυβα ως την κάμψη, καλπάζουν, σούρνουν, χοχλάζουν, κραυγάζουν στο τετράγωνό μου και φεύγουν, μένει η έξοδος χωμάτινος τοίχος, σφαλιστός καταρράκτης.
είναι κι ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, άψογα λιτοί, η κυρία με δυσκολία σέρνει το δεξί της παπούτσι, κρατώντας το βλέμμα στο ύψος των ματιών της, ο κύριος δυσκολεύεται να κρατήσει το μονό της βάρος, -το .ε....., όχι δεν το έχασα το τρεμάμενο χέρι της αγκαλιάς μου στο χρόνο,- και ψηλόλιγνοι βαδίζουν σε ζυγά νούμερα.
μονό τακούνι μπαίνει, ακούω τον χτύπο του τακουνιού στη μοκέτα, σκίσιμο ζυγής απουσίας.
η παράσταση αρχίζει σε δέκα λεπτά
παπούτσια είναι οι καρέκλες, το σύμβολο της απραξίας, μουδιασμένη στάση, λιάνισε η πλάνη τα φτερά των ανθρώπων, τα τσάκισε στα ξύλα τους. αμάθητη επέστρεψε το χρέος της μητέρας στη γυναίκα, γυμνό. αρνήθηκε το αλύχτισμα μιαν άμβλυνση του ήχου του. στριγοφύρισε το μυαλό της σαν ακίδα μπηγμένη στο νύχι των πελμάτων της. ποιάς ψυχής λήστεψαν την άγνοια στα παιδικά παιχνίδια;
μονό τακούνι ζυγιάζει στη λιτή αντανάκλασή του.
ακούστηκε ο χτύπος της πατερίτσας σας στη μοκέτα, σαν σκίσιμο, σαν θρόισμα, σαν παρουσία.
Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008
το πουγκί του κόσμου

Τίτλος:....Το πουγκί του κόσμου
Λαός ....................ο ένας από τους δίδυμους αδελφούς
Ήττα ...................φίλος του Λαού
Όμικρον .............ο δεύτερος δίδυμος αδελφός
Έψιλον ...............η μητέρα τους
Ερέντιρα ............η κοπέλα που μοιράστηκαν
Ήττα:
Τολμώ να ζω στη φυλακή και δεν τολμώ να βγω απ’ τα τείχη ΄
κάθε φορά που η γνώση μες την ψυχή μου διδαχής κρεβάτι μου ξεστρώνει, τόσο κοντά χτίζω τα τείχη μου τόσο κοντά στη σάρκα μου.
Μα κάθε μέρα με τον λόγο σου κερδίζεις την ανάταση, τροφή στο κληροδότημα.
Και γύρισε να φύγει και μείνανε στη γης κομμάτια από ύφασμα, φλούδες απ’ το δέρμα του, από το γδάρσιμο στα γόνατα και στις παλάμες, σταγόνες αίμα τράβηξαν του πόνου τον διπλό τον δρόμο ΄
Η Ερέντιρα; Πες μου για κείνη.
Δεν είναι η τρέλα ΄
Στην δίνη τους δεν μπλέχτηκες;
Κεριά δεν έχεις δίπλα σου; όταν ονειρεύεσαι, όταν διαβάζεις, όταν δίνεις στην φλόγα τους να πάνε πάνω των ματιών σου τις σκηνές;
Τραντάζεται το σώμα σου όταν ξυπνά το φίδι;
Ήρθε χθες ο θάνατος και μου λυσε τα χέρια ΄
Το ξέρω πως δεν μπορώ ν’ αλλάξω το γραμμένο ΄
Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008
μονόγραμμα
της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
με το δριμύ του μαύρου του θανάτου
πενθώ τον ήλιο τα χρόνια που έρχονται
χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
εάν είναι αλήθεια
μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
τα "πίστεψέ με" και τα "μη"
μια στον αέρα μια στη μουσική
τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
που γύρευαν ανέβουν κρυφά το ένα στο άλλο
η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
τους καταρράχτες
εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
στον τοίχο, τη γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
πενθώ του ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος
έτσι μιλώ για σένα και για μένα
επειδή σ'αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
να μπαίνω σαν Πανσέληνος
από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ'αχανή σεντόνια
να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
ακουστά σ’έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’ αστέρια και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεγμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ και σ’αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’άκους
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ’ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ακούς
Ειμ’εγώ, μ’ακούς
Σ’αγαπώ, μ’ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις, που πάς και ποιος, μ’ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα’ρθει μέρα, μ’ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ’ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα ένα, μ’ακούς
Τα πικρά σου βότσαλα μετρώ, μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ακούς
οι καμπάνες ανοίγουν ψηλά
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και , μ’ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς, μ’ακούς
Σ’άλλη γη, σ’άλλο αστέρι, μ’ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει _ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει _ακούς;
Ειμ’ εγώ που φωνάζω κι ειμ’εγώ που κλαίω, μ’ακούς
Σ’αγαπώ, σ’αγαπώ, μ’ακούς.
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ’αντάρτες απόμαχους
Από τι να’ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ’όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω πού θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ’άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
Σαν από μια τοιχογραφία κατεστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα ούτε η γερόντισσα μ’όλα της τα βοτάνια
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκεις μες στο χώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.
Έχω δει πολλά και η γη μεσ’α π’ το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα τω ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
Της θάλασσας
Έτσι σ’έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να ΄χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί
Και να παίζει με τ’άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και για το γκιουλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας ειμ’ εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τα ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
Τον Παράδεισο!
Στον παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.
Θα πενθώ πάντα _μ’ακούς;_ για σένα,
Μόνος, στον Παράδεισο
Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008
ακόμη ένας άγγελος

πάλλευκος, κοιτάς στις σκιές να ανοίγω τα σίδερα,
που φτιάχνει ακόμη έναν θεό ο έρωτας
Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008
σύννεφο με παντελόνια vladimir majakovskij

.......................................................................______________χωρις ηχο___________..................
...........................................................................πηγαίνετε_
.................θα είμαι άψογα τρυφερός,
...........................................................................είμαι ένα σύννεφο με παντελόνια!
Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008
γκλουπ!!!

Είπα στη μαμά μου πως ήθελα να γίνω αμυγδαλιά.
Η μαμά μου από ψηλά, μου είπε πως ο άνθρωπος γίνεται χρήσιμος και αυτό που κάνει του δίνει να φάει και να ζήσει.
Γκλουπ!!
Έφυγα για το σχολείο με σκυμμένο το κεφάλι από τη σκέψη και στο δρόμο αποφάσισα.
Ήρθε ο ήλιος και παίξαμε μπάλα, μέχρι που τον κάρφωσα στα
Όταν θα μεγάλωνα ήθελα να γίνω ελιά.
Το βράδυ στο κρεβάτι μου ήρθε η αμυγδαλιά μου και τα άνθη της ήταν ελιές.
Κοιμήθηκα γλύφοντας τα δάχτυλά μου.
Το πρωί σηκώθηκα νωρίς και έβαψα κι εγώ τα μάγουλά μου. Ζωγράφισα μια ελιά δεξιά και μια αριστερά, λαδί σκούρα, ζωηρή.
Ωχ!!! Τι βλέμμα είναι αυτό;
Γκλουπ!!
Έφυγα για το σχολείο με σκυμμένο το κεφάλι από τη σκέψη.
Η δασκάλα σήμερα στο σχολείο, μας μίλησε για τη Μεγάλη Κυρία, με τα λευκά μάγουλα σαν κρίνα.
Η διπλανή μου κρατούσε την κούκλα της, που ήταν σκούρα καφέ, σα το δέρμα της διπλανής μου.
Έφυγα για το σπίτι με σκυμμένο το κεφάλι από τη σκέψη. Στο δρόμο αποφάσισα.
Ήρθε το φεγγάρι, παίξαμε διελκυστίνδα, μέχρι που πονηρά άφησε το σκοινί και βρέθηκα να το κοιτάζω ανάσκελα.
Όταν θα μεγάλωνα ήθελα να γίνω η Μεγάλη Κυρία. Πήγα στο δωμάτιο μου και ζωγράφισα την εικόνα πάνω από το κρεβάτι μου. Της Μεγάλης Κυρίας το πρόσωπο και τα ανοιχτά τα χέρια και τον μικρό στην αγκαλιά της ζωγράφισα με χρώματα σκούρα καφέ.
Ωχ!! Τί μεγάλη μαύρη σκιά είναι αυτή από πάνω μου; Γιατί σταυρώνει την εικόνα;
Γκλουπ!!
Το βράδυ στο κρεβάτι μου ήρθε η αμυγδαλιά μου και τα άνθη της ήταν σοκολάτες.
Τις έφαγα όλες και κοιμήθηκα βαριά.
Το πρωί έφυγα για το σχολείο με σκυμμένο το κεφάλι από τη σκέψη.
Άκουσα τον κύριο να λέει, με δάκρυα, πως ήθελε να αγγίξει το χέρι της δασκάλας μου και να το κρατά όλη την ώρα που του μιλούσε.
Έφυγα για το σπίτι με όρθιο το κεφάλι. Στο δρόμο αποφάσισα.
Ήρθε ο ουρανός και παίξαμε με τον ήχο του μέχρι που μπλάβιασα από τις φωνές.
Όταν θα μεγάλωνα ήθελα να γίνω έρωτας.
Το βράδυ στο κρεβάτι μου ήρθε η αμυγδαλιά μου και τα άνθη της ήταν της αμυγδαλιάς.
Κοιμήθηκα όλο το βράδυ κρατώντας το κλαδί της.
Γκλουπ!!
Το βράδυ ο παππούς μου είπε πως ο άνθρωπος όταν μεγαλώνει γίνεται δικηγόρος.
Το βράδυ στο κρεβάτι μου ήρθε η αμυγδαλιά μου και τα άνθη της ήταν γραβάτες.
Κοιμήθηκα με έναν κόμπο στο λαιμό.
Το πρωί ντύθηκα και φόρεσα και μια γραβάτα του παππού μου που μου έφτανε ως τα παπούτσια.
Η μαμά μου έλεγε στον πατέρα μου πως αυτοί οι δικηγόροι μας κατέστρεψαν.
Γκλουπ!!
Έφυγα για το σχολείο με σκυμμένο το κεφάλι από τη σκέψη.
Στο σχολείο ο γυμναστής, μας είπε πως θα περπατούσαμε για τους ήρωες.
Όταν θα μεγάλωνα ήθελα να γίνω Κολοκοτρώνης.
Στο μάθημα μας είπαν πως τον Κολοκοτρώνη τον φυλακίσανε.
Γκλουπ!!
Έφυγα για το σπίτι με όρθιο το κεφάλι. Στο δρόμο αποφάσισα.
Ήρθε ο αέρας και παίξαμε κρυφτό μέχρι που τα ακούσματα του γλιστρήσανε στη γλώσσα μου.
Όταν θα μεγάλωνα ήθελα να γίνω μουγγός.
Το βράδυ στο κρεβάτι μου ήρθε η αμυγδαλιά μου και τα άνθη της ήταν γλώσσες.
Τις κορόιδεψα όλες και κοιμήθηκα με τα σάλια στο μαξιλάρι μου.
Το πρωί έφυγα για το σχολείο με το φίμωτρο του σκύλου στο στόμα και με τη σκέψη ότι θα παίρναμε βαθμούς.
Ο διευθυντής του σχολείου είπε πως ήμουν πολύ έξυπνος κι όταν θα μεγάλωνα θα κυρίευα τον κόσμο με το λέγειν μου.
Γκλουπ!!
Δε θα γινόμουν μουγγός;
Το βράδυ στο κρεβάτι μου ήρθε η αμυγδαλιά μου και τα άνθη της ήταν πλούσια, ήταν πάρα πολλά, ήταν πάρα πολλά, ήταν πάρα πολλά, ήταν πάρα πολλά,με σκεπάσανε, μου κρύψαν την ανάσα μου, με κοίμισαν, έμεινα μικρός.-
Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008
εξομολόγηση

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008
η εικόνα που λείπει (3)-ιστορία σε 5 εικόνες
μύθος
".... όταν το έμαθε η νεαρή πριγκίπισσα,
ρίχτηκε με κραυγές από το παράθυρο της
στον γκρεμό.
το σώμα της πέτρωσε στον αέρα.
είναι αυτό που βλέπεις εδώ μπροστά σου."
Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2008
η κίτρινη γεντιανή


gentiana lutea αναφέρεται συχνά και ως κίτρινη γεντιανή (yellow gentian) ή πικρή εντιανή (bittergentian)
μια ασθενή αρωματική οσμή, και μία γεύση στην αρχή σχετικά γλυκιά και στη συνέχεια
ιδιαίτερα πικρή.
δρόγης σε 20.000ml νερού οδηγεί σε αντίληψη της πικρής γεύσης), γεγονός που την
κατατάσσει σε μία από τις πιο πικρές δρόγες που υπάρχουν.
ελλειπτικά, αντίθετα και ελαφρά πράσινα, ενώ τα
άνθη είναι μεγάλα με έντονο κίτρινο χρώμα.
Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008
μεγαλώνω

Παρασκευή, 07 Νοεμβρίου 2008
Τετάρτη, 05 Νοεμβρίου 2008
και οι ανθρωποι με ονομασαν Το


η προσθηκη (πινακες, διορθωσεις) ειναι ectoriki κατα το ερμητικη
Τρίτη, 04 Νοεμβρίου 2008
ελιοτ, ερημη χωρα

Δευτέρα, 03 Νοεμβρίου 2008
τρελοι αερηδες
κι απο τους ποιητες'
'εδω ειναι ενας παραλληλος κοσμος
που κρατιεται απο τα λογια
και μπορει να ειναι κοσμος τους'
"μ'ενα μολυβι στο χερι και ενα χαρτι
κατω απ' τ' αλλο
στειλε τα δαιμονια σου
στο διαολο...
Μια ανασα να σου δωσω
να'χεις παντα φυλαχτο
και μια πορφυρενια ευχη
για το δρομο...
να τη φυλας
μη μου πεσεις σε καναλι
μεγαλο..."
"ΦΥΣΑΕΙ ΚΟΝΤΡΑ"
"μη χαθουμε
αλλα κι αν,
να προσεχεις
τις κακοτοπιες
κι ασε με
εμενα
κλαδι γειρτο"
Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008
ελιοτ, ερημη χωρα και αλλα ποιηματα,οι κουφιοι ανθρωποι

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008
φλοκωτο καφενειο

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008
χρονος, αναζητωντας προβολες του

μήτε χαράζει το αύριο...
Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008
πλεγμα

το σωμα μου ελκει τις μορφες,
ψιθυριζει αχρονα τα μαγια των γενεων,
ο νους μου αιωρειται ραντιζοντας χαμογελα
την αθωοτητα του ερωτα
με το λουρακι να κλειδωνει τον αυχενα
καθε που η ψυχη μου ντυνεται γυναικα
και κηλιδωνει το φορτιο της
αγγιζοντας στην λαμψη της την προσδοκια
θα λεκιασω το αυθεντικο
μια σαρκα αρσενικη που ιστορει
αφηνοντας τον ποντο να ρουφα
τις μυρωδιες του γιασεμιου
γεννωντας το σωμα του στον ηχο των σειρηνων
αλλοφρων γεννα δωρισε μου το κυνηγι
των μυχιων της φωνης του
Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008
οδυσσέας ελύτης, εξι και μια τυψεις για τον ουρανο

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008
bob dylan, don't think twice, it's all right
It don't matter, anyhow
And it ain't no use to sit and wonder why, babe
If you don't know by now
When your rooster crows at the breaks of dawn
Look out your window and I'll be gone
You're the reason I'm traveling on
Don't think twice, it's all right.
It ain't no use in turning on your light, babe
That light I never knowed
And it ain't no use in turning on your light, babe
I'm on the dark side of the road
But I wish there was somethin' you would do or say
To try and make me change my mind and stay
We never did too much talking anyway
So don't think twice, it's all right.
It ain't no use in calling out my name, gal
Like you never done before
It ain't no use in calling out my name, gal
I can't hear you any more
I'm a-thinking and a-wond'rin' walking down the road
I once loved a woman, a child I'm told
I give her my heart but she wanted my soul
Don't think twice, it's all right.
So long honey, babe Where I'm bound, I can't tell
Goodbye's too good a word, babe So I'll just say fare thee well
I ain't saying you treated me unkind
You could have done better but I don't mind
You just kinda wasted my precious time
But don't think twice, it's all right.
στροφη (^)
θα ζητούσες το άγγιγμα μου
όπως τα μάτια τα αστέρια
μ'αυτή τη σιγουριά
μένεις κοντά μου
του φεγγαριού τη λησμονιά
να με κρατάει στα όνειρά μου
γιατί είμαι ξένη
στη σκιά του
η θάλασσα μου, αυτή μου μένει
όσο ο χώρος της μεγάλος
να λες πως με θέλεις
όσο του φεγγαριού το βάρος
να λες πως ανασαίνεις
όσο ξέρεις πως μπορώ
το χώρο να γεμίσω
από ματιές στα χείλη, να φιλώ
μην αναστρέφεις τις παλάμες σου
μη σκύβεις το κεφάλι
σκίσε των γαντιών τις πλάνες σου
άγγιξέ με με των δαχτύλων σου το χάδι
κι αν κάθησες ίσιος στη μέση του κόσμου
σε είδα ανάμεσα στα σώματα
να σκορπάς ακίνητος κλάμα, στου δρόμου
της δικής μου φωτιάς αδιάβατο
και με τα χέρια πεσμένα στο πλάι
να φτιάχνεις ίχνη, με το βήμα άκαμπτο
να φτιάχνεις άνεμο, κρατώντας μου τον έρωτα, να μην πετάει
Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008
χρονος οριστικος
δεν είναι αφιέρωση,
μπροστά τους
βιώνω την αμφισβήτηση,
στα κτερίσματα
και είμαι μετέωρη
από αισθήσεις,
ως ν'αποκαλύψω
την λόγια δίκη,
δεινού πλεόνασμα
παραχαράζει στη φθορά
το κρυφτό των ιερών
Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2008
ανασυρω... τα πορφυρα πουγγια
Είδε πάνω στην αλάνα πολλά παιδιά να παίζουν ποδόσφαιρο.
Χωρίς αιτία έστριψε αριστερά και βγήκε στη θάλασσα.
Γύρισε το κεφάλι του στον ουρανό, άπλωσε τα χέρια του μια αγκαλιά και άπλωσε κι ένα χαμόγελο στα μαγουλά του.
Κάπου κάπου έγερνε με φόρα μπρος ή πίσω κι έπεφτε σπρωγμένος στην άμμο.
Στην άκρη της θάλασσας ο Βοτσαλάκιας κάθε μέρα έβρεχε τα πόδια του.
-Πρόσεχε Πορφυρέ, πρόσεχε πίσω σου.
-Βοτσαλάκια τα βλέπεις κι εσύ;
-Τα βλέπω που αγγίζουν τα χείλη του νερού και λιώνουν σαν ζαχαρωτά κι εγώ βουτάω τα δάχτυλα στο στόμα να προλάβω να γλυκαθώ.
- Γεννήθηκα και γυρνώ στον ουρανό και περιμένω το δώρο μου και ξέρω πως θα 'ρθει γιατί βλέπω τα πουγγιά των άλλων πορφυρά να κατεβαίνουν και τις γαλάζιες κορδελίτσες να λικνίζονται στον ουρανό.
-Μα μήπως κάποιο είναι δικό σου και το αποφεύγεις;
-Το δικό μου δεν έχει έρθει ακόμη, πείσμωσε, οι κόρες του τρεμόπαιξαν σ' όλες τις άκρες του ασπραδιού και παραφύλαξαν τον ουρανό.
Τί είναι Βοτσαλάκια όλ' αυτά που σκάνε στη γη;
-Είναι των ψυχών που έφυγαν νωρίς.
-Κι εκείνα που αιωρούνται σαν ιπτάμενα χαλιά, πέντε πόντους πάνω από τη γη;
-Είναι των αγγέλων που περιμένουμε να κατέβουν.
-Το δικό μου δεν ήρθε ακόμη και γύρισε αριστερά το μονοπάτι, κατέβηκε στην αλάνα' κι όλας δυο πουγγιά καρφώθηκαν στις πλάτες των παιδιών.
Περάσανε χρόνια, με άσπρα γένια, φτηνό πετσί και κουρνιασμένα χέρια έστριψε στην θάλασσα και αναζήτησε τον Βοτσαλάκια.
Τώρα η θάλασσα τον είχε αγκαλιάσει ολόκληρο, πίσω πήγαινε για λίγο και ρουφούσε ανάσα και άπλωσε ο Πορφυρός να τον αγγίξει και σφήνωσε ο χρόνος τα πόδια του στην άμμο και στρίμωξε την φόρα του στη θλίψη.
Πάγωσαν οι άκρες των φρυδιών του Βοτσαλάκια και φευγαλέα ζάρωσε ο τόπος ανάμεσα στα μάτια του.
Είχε γίνει μια πετρίτσα τόση δα και το λείο του κορμί πάλευε να κρατηθεί στην τριβή της άμμου.
Στην ανημποριά τους ήρθαν τα πουγγιά τους να νικήσουν και λαχανιάζοντας έλυσαν τις γαλανές κορδέλες και ο Πορφυρός βρήκε μέσα του Φως, Χώμα και Ανάσα και ο Βοτσαλάκιας Νερό, Νερό, Νερό.
Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008
ζηση α-ζωη
άγνωστη, κάλπικη αντίδραση;
Δε βλέπει, τραβάει γρήγορα το σώμα στα πλάγια, φοβισμένη κάνει λίγο το χέρι προς το μέρος του, τα μάτια παραφυλάν κρυμμένα, ίσως ο σύννομος καταδώσει τις συνήθειες.
Προδοσία του καθρέφτη της, πλήθος οι μορφές της, η μία πάνω στην άλλη, ντόμινο παραισθήσεων, κομμένες ανθρώπινες φιγούρες σε πολλαπλάσια, μισή πλευρά, σε συνεχείς μισές πλευρές. Τρέχει τις σελίδες στα κόμικς και ευτυχώς κινείται, καθημερινά.
Ήθελε σήμερα να δει πώς θα ήταν αν οι σκληρές επιφάνειες μαλάκωναν, έκαναν λούκια και διπλώσεις κατεδάφισης, κοιλότητες γαληνεμένες από το τραύμα των δαχτύλων και κήπους με ήλιους κι ο καθρέφτης της, στράφηκε στις εικόνες του, αποθήκες δρόμων, μιας φοράς, ακάλυπτους και βρήκε να ανασύρει τον αδιέξοδο.
Δεν την βλέπει, τα γυαλιστερά του τρίμματα δεν αναπνέουν, συνήθισε τα βαψίματα, ασημένιες διαφάνειες, κιτρινισμένες, φουσκωμένες απολήξεις σε τρεμάμενες φιγούρες.
Είχε τόσες στρώσεις από ψέμα, που δεν μπορούσε παρά να ανταποδώσει τη θέα της.
Είναι στις στιγμές που θέλει να σπάσει τις ζωγραφιές απ' τους καθρέφτες που την τριγυρίζουν, τρίβονται τα μάτια της στις λάμψεις τους, τόσο κοντά φτάσανε οι ανάσες τους.
Πόσα θα αντανακλούσε αν ήταν ο καθρέφτης της κλειδωμένης σκηνής τους, αυτής που αθόρυβα σκλαβώσανε όταν ανήσυχα κοιτούσε, πλάγια της σκηνής.
Σε ποιά σκηνή πρωταγωνιστούσε η αυθεντία που την έπεισε πως η αλήθεια μόνο είναι πράξη ευδαιμονίας;
Επιθυμία της να κρυφτεί στο δάσος των απαντήσεων, αόρατη, συμπονώντας τους τρελούς της ευτυχίας.
Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008
ένοχη αποστροφή
φυσάει, κνείται και τρίζει
(όχι)τρίζει την ακούω.
Μοιάζει με καυτά μεσημέρια σε αμερικάνικη έρημο΄
μεγάλη έκταση απο χώμα που θολώνει
τις εικόνες των ματιών.
Ξύλινη βεράντα και στη γωνία η καρέκλα,
μορφή μιας απουσίας
και τρίζει μωρε την ακούω που τρίζει και βάζω
στην τσίγκινη σκάφη,
απο κείνες που μοιάζουν με γεωμετρικά κανό,
στα ποτάμια νέων΄
“άποικοι”΄
βάζω το κόβω, κρέμομαι,κλέβω,
το ψάχνω, ψύχρα,ψήγματα,
το λείπω, λειαίνω, λάμπω,
λιανίζω,
το άρωμα άχρωμο,
αμέριστο, ατσάλινο,
το γραπώνω, γεύομαι,
γυμνό γαλάζιο,
το δένδρο, δώμα,
δάνειο δωρίζω, δάφνες
και τα ζυμώνω στη σκάφη
και πως να γράψω για να ακουστεί το "ε" να μικραίνει
αφού η βοή του κραδαίνει απο το "δεν"
και να φανεί το πέμπτο
"ε"
απ τη στριγκιά του "θέλω"τρίζει στη γωνία
και παραλύουν οι τένοντές μου,
μοιάζει σαν ανάμνηση που γίνεται ζωή
και κάθε φορά που τρίζει
(την α κ ο ύ ω)
να
ρωτάω μήπως γύρισε η μορφή του ρήματος
μοιάζει στη σκιά του ήχου αυτή η μοναξιά,
μνήμες νεκρών παππούδων
και ζεματισμένη ησυχία,
ήχος διαρκείας,
να παραμελώ
Τρίτη, 07 Οκτωβρίου 2008
bardo
όσο ένας κεραυνός
να με γνωρίσει
από τραγωδία να υποκλιθώ
να με ραγίσει ο κρότος
των χεριών τους
ν' αλυχτίσω στις μορφές
των προσώπων τους
που γίνηκαν ρωγμές άνυδρης λίμνης
τα μάτια τους να ρουφήξω
σαν δάκρυα παγωμένα
φτάνει να δονηθώ
από κάθαρση
και ένα σταβέντο
ν'απλώσει δίχτυ
να κυκλώσει τα σφουγγάρια
στο βυθό της μήτρας
φτάνει αυτό
για ένα σημείο στον ήχο
τόσο χρόνο
πριν άτσαλα ξεντεριάσω
την αναπνοή από το αίμα μου
τόσα πολλά μπορώ να πω
πριν τη γέφυρα πατήσω
στο μήκος της πατούσας μου
και λίγο πριν η σκέψη μου
να τα γεννήσει
άφοβα
χωρίς την ύλη τους
την έντρομη ενοχή
να πράξω αλόγιστα
μετρώντας σου τα δάχτυλα
δέκα έρωτες να παίξω
και να περάσω
ανάμεσα
κόκκος στον αέρα
αυτό που πρόλαβα
απ' τα μάτια σου να εισπράξω
μια ύλη
γυάλινη του έρωτα
το κλάμα των εξ' αίματος
ηττημένων
Τετάρτη, 01 Οκτωβρίου 2008
...to our lovely mouse...

Μια φορά κι έναν καιρό ...
ένα ποντικάκι ήρθε, αφημένο στο ροζ καλαθάκι του μπροστά στην τρύπα της υδρορροής του υπογείου.
Μας τρόμαξε! Ενας νεογέννητος γέρος.
Μια φίλη του αιωνόβια περιτριγύριζε από νωρίς τον αέρα του και τα μικρά μουστάκια του χορεύανε πάνω στους αναστεναγμούς.
Περίεργη γυναίκα, ρακένδυτη, πότε χάνονταν, πότε εμφανίζονταν, πότε διάφανη, πότε αχνή και πότε πότε ολοζώντανη και πλούσια στολισμένη.
Ηταν πλοίαρχος σ'ένα πλοίο με μια παράξενη διαδρομή, πήγαινε μόνο προς τα πίσω και πήχτρα στα σημάδια.
Καθώς μεγάλωνε το ποντικάκι, εκείνη του έφερνε πάντα το ίδιο δώρο, ένα μήλο που φούσκωνε.
-Ποιά είναι αυτή; Τον ρώτησα μια μέρα. (Είχα το δικαίωμα, έμενε σε μια τρύπα που αφιλοκερδώς δεν έκλεινα. Διατηρούσα το κενό της αλλόκοτης επικοινωνίας του. Με τί φαντάσματα μπορεί να έχει μπλέξει ένα ποντικάκι; Μ'αυτά που μοιάζει: μουσουδένια, αδιόρατα επικίνδυνα, αλλόφρονα, ύπουλα, μικρά, δειλά, όμορφα ποδαράκια, βρόμικος τόπος. Οτι φοβάται ο ιδιοκτήτης.)
-Είναι η φίλη μου η Μνήμη.
-Και γιατί είναι έτσι; Κακές παρέες κάνεις.
-Ω! Οχι, όχι την αγαπάω πολύ και μαζί θα κάνουμε την Στιγμή μεγαλύτερη από τον χρόνο
-Εεεε;;
-Ναι, είναι μάγισσα και λέει πως αν χωρέσω την σκέψη μου στο μήλο που μου φέρνει, θα κάνει το παρελθόν μου αθάνατο.
-Το μέλλον θες να πεις.
-Α! για το μέλλον έχω κρύψει στα μάτια μου μια πολύ όμορφη κοπέλα.
Εκανα έτσι να κοιτάξω και με ρούφηξαν τα χρώματα και οι ζωγραφιές. Αχανείς εκτάσεις, ζωηρές κινήσεις, χρυσοκόκκινα μαλλιά, κατακόκκινα φορέματα, πλούσια βλέμματα, ανυπεράσπιστες αισθήσεις, ατελής πινελιά.
-Ποιά είναι αυτή η τσιγγάνα του απείρου;
-Είναι η Φαντασία, είναι κουρασμένη γιατί ζωγραφίζει τη ζωή στον αιώνιο πίνακα.
-Και γιατί την έχεις κρυμμένη;
-Δεν είναι καλές φίλες με την Μνήμη. Η Φαντασία ταξιδεύει συνέχεια και ότι φτιάχνει το φορτώνει στη Μνήμη να το ταϊζει. Η Μνήμη δεν προλαβαίνει να τα διατηρεί όλα ζωντανά και έτσι τα περισσότερα μένουν ψεύτικα, δεν έχουν χρώμα μέσα τους, μόνο αιωρούνται σαν νεραϊδότοπος, σχήματα που ζωγράφισε η φαντασία. Ασε το άλλο, η Φαντασία μεγαλώνει πολύ το χρόνο και η Μνήμη ξεχνάει το θάνατο. Ετσι την κυνηγάει με το παρδαλό της ρόπαλο, αλλά και να την πετύχει, άκαρπο, πάλι θα ξεφύγει η πονηρή. Ενώ μια να δώσει στη Στιγμή, την εξαφάνησε!
-Μπααα! δεν είσαι με τα καλά σου!! Τέτοια λόγια για την Φαντασία; Γιατί να μην περάσεις τη ζωή σου παρέα με την όμορφη και χρωματιστή γυναίκα που μπορεί να μεγαλώνει τον χρόνο;
-Μα είναι μόνο στη φαντασία της, όλο μεγαλώνει τον πίνακα και οι Στιγμές μικραίνουνε σαν κουκίδες και δεν προλαβαίνω να τις δω. Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω τι έχει ζωγραφίσει. Μόνο ξέρω πως είναι όμορφα. Μετά ξέρεις έχει έναν μόνο φίλο και όταν με βαριέται μ' αφήνει μαζί του. Είναι αυτός ο κύριος με την γκρι αναπνοή, τα μεγάλα πόδια με τα γαμψά νύχια, το ψηλό μαύρο καπέλο, τα μπλαβί μάγουλα, έναν ρόγχο γκρι σύννεφου που σφίγγει-σφίγγει και πότε πότε παγώνει την καρδιά του και ώρες μένει ασάλευτος.
-Ε μήπως τον παρεξηγείς; Αφού μπορεί να μεγαλώσει την Στιγμή μήπως μπορεί να γίνει βοηθός σου;
-Μόνο υπηρέτες έχει. Τον λένε Φόβο, είναι μαύρος μάγος και μ' ένα φύσημα της ανάσας του -που βρωμάει- μεταμορφώνει τη Στιγμή σε βράχο, απόκρημνο και γυμνό. Κάνει τα ποντικάκια να φοβούνται και κανένα τους δεν θυμάται γιατί. Μας μαζεύει σ'ένα σακκούλι σκοτεινό και νεκρό ως το θάνατο. Ατολμους.
Αλλά η μνήμη με τόση δουλειά που της έχει φορτώσει η Φαντασία δεν θυμάται τον θάνατο και έτσι εμείς τρέχουμε στον κακοτράχαλο δρόμο του, κοντά του, πατώντας παραμελημένες Στιγμές.
Αλλά όμως να σου πω κάτι. Ξέρω πως δεν μπορούν να ζήσουν για πολύ. Ολοι τους είναι μορφές.
-Πώς το ξέρεις;
-Μου το είπε ο Ερωτας. Είναι αυτός που γεννάει τις Στιγμές. Μου έμαθε πως χωρίς τη μνήμη, τη φαντασία και το φόβο οι διαστάσεις του θα δονούνται για μια αιώνια Στιγμή.
-Αυτός δεν θα πεθάνει;
-Οχι, ποτέ, ποτέ όσο πίνω από το φίλτρο του.
-Πώς δηλαδή;
-Μα με το φόνο.
Η ιστοριούλα μας βρέθηκε γραμμένη στο ιδιότροπο και συννεφόπληκτο νεκροταφείο μικρών ζώων, δίπλα στο κτίσμα που τους κρατάει συντροφιά -δυο ηχεία αγκαλιά-
πάνω στο zeppelin του ποντικιού μας με την προσφώνηση: ''...to our lovely mouse...''












